ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ (REVIEW)                                                           Βιβλιογραφική αναφορά (Citation)

IDEA Medical Newsletter 2010:4,1. Available at http://www.idea-lab.gr/newslet20100401.htm

 

EIKONA 1. Σχηματική απεικόνιση της τεχνικής λήψης ούρων κατά Meares-Stamey για τον έλεγχο της χρόνιας προστατίτιδας.

Προστατίτιδα: Διάγνωση και θεραπεία

Δανάη Παπακωνσταντίνου

Nottingham University Hospitals NHS TRUST, U.K.

Περίληψη

Η προστατίτιδα δεν αποτελεί μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα αλλά μια ομάδα νοσημάτων με παρόμοια συμπτωματολογία.  Η νόσος ταξινομείται σε 4 κατηγορίες από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (ΝΙΗ) των ΗΠΑ.  Οι κατηγορίες διαχωρίζονται από την παρουσία ή απουσία σημείων λοίμωξης και φλεγμονής.  Η κλασική εξέταση των ούρων με την τεχνική των 4 φιαλών κατά Meares-Stamey, που εντοπίζει τη λοίμωξη στον προστάτη, είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την ορθή διάγνωση και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.  Θεραπευτικά χορηγούμε αντιβιοτικά όταν η αιτία είναι βακτήριο.  Οι περιπτώσεις όπου δεν ανευρίσκεται βακτήριο αντιμετωπίζονται με θερμά sitz λουτρά, α-αναστολείς και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.

 

Εισαγωγή

Πριν από 20 χρόνια υπολογίστηκε πως 2 περίπου εκατομμύρια εξετάσεις εξωτερικών ασθενών το χρόνο στις ΗΠΑ αφορούσαν σε συμπτώματα φλεγμονής του προστάτη (Collins et al 1998).  Οι ασθενείς είχαν επισκεφθεί κυρίως ουρολόγους, αλλά και γιατρούς άλλων ειδικοτήτων ή και θεραπευτές που ασκούν εναλλακτική ιατρική (ομοιοπαθητική κλπ.).  Παρά τα χρόνια που πέρασαν από τότε η κατάσταση δεν φαίνεται να έχει μεταβληθεί σημαντικά.  Οι ασθενείς, όπως και σε άλλα χρόνια δυσίατα νοσήματα, απευθύνονται σ’ εκείνους που υπόσχονται να τους απαλλάξουν από τα ενοχλήματα τους, τις περισσότερες όμως φορές χωρίς αποτέλεσμα.

Όπως καθορίστηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (ΝΙΗ) των ΗΠΑ ο όρος προστατίτιδα αναφέρεται σε τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά κλινικά σύνδρομα:  (1) οξεία βακτηριακή προστατίτιδα, (2) χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα, (3) σύνδρομο μη σαφώς καθορισμένου χρόνιου πυελικού άλγους και (4) ασυμπτωματική φλεγμονή του προστάτη.  Η οξεία και η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα αποτελούν αθροιστικά το 5 – 10% όλων των περιστατικών προστατίτιδας.  Αμφότερες αποτελούν βακτηριακές λοιμώξεις (συνήθως υποτροπιάζουσες) και η καλλιέργεια ούρων με τις ειδικές τεχνικές αποδεικνύει παρουσία ουροπαθογόνων βακτηρίων.  Όμως συχνά η διάγνωση «προστατίτιδα» τίθεται και σε πολλούς άνδρες με πυελικό άλγος χωρίς στοιχεία λοίμωξης (Taylor et al 2008).

Αναλυτικά η διαίρεση της προστατίτιδας κατά NIH αναφέρεται στον Πίνακα 1.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Ταξινόμηση προστατίτιδας κατά NIH

Αριθμός

Ονοματολογία

Χαρακτηριστικά

I

Οξεία βακτηριακή προστατίτιδα

Συμπτώματα οξείας ουρολοίμωξης

II

Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα

Υποτροπιάζουσα ουρολοίμωξη από τον ίδιο μικροοργανισμό

III

Χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα / Σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους

Συχνουρία, δυσουρία και γενετήσια δυσλειτουργία

Υποκατηγορία IIIa

Φλεγμονώδης

Υποκατηγορία IIIb

Μη φλεγμονώδης (παλαιότερη ονομασία: προστατοδυνία)

IV

Ασυμπτωματική φλεγμονώδης προστατίτιδα

Ανακαλύπτεται τυχαία. Π.χ. από εξέταση σπέρματος (λευκοκύτταρα) ή προσδιορισμό PSA.

Ο πίνακας 1 βασίζεται στο άρθρο:

Krieger JN, Nyberg L Jr, Nickel JC. NIH consensus definition and classification of prostatitis. JAMA 1999, 282(3):236-237.

Στην παρούσα ανασκόπηση αναλύεται ξεχωριστά κάθε κατηγορία προστατίτιδας σύμφωνα με τη διαίρεση του NIH.  Συζητούνται κυρίως οι μέθοδοι διάγνωσης και θεραπείας.  Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην τεχνική εξέτασης των ούρων κατά Meares-Stamey.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ι : Οξεία βακτηριακή προστατίτιδα

Η νόσος μπορεί εύκολα να διαγνωστεί.  Συνήθως πρόκειται για νέους άνδρες με πυρετό, συχνουρία, δυσουρία, ρίγος και πόνο στην κατώτερη οσφυϊκή χώρα και το περίνεο.  Κατά τη δακτυλική εξέταση ο προστάτης ανευρίσκεται επώδυνος, οιδηματώδης και θερμός στην αφή.  Η μάλαξη του αδένα απαγορεύεται λόγω του κινδύνου βακτηριαιμίας, έτσι η διάγνωση θα βασιστεί στα κλινικά ευρήματα, τη γενική και την καλλιέργεια ούρων (Potts 2001).

Το παθογόνο που συχνότερα απομονώνεται είναι η Escherichia coli (Etienne et al 2008).

Οι ασθενείς συνήθως χρειάζονται νοσοκομειακή νοσηλεία.  Αντιβιοτικά χορηγούνται άμεσα μετά τη λήψη δειγμάτων για ουροκαλλιέργεια κατά προτίμηση παρεντερικά.  Ο συνδυασμός αμινογλυκοσιδών με πενικιλλίνες ή οι κινολόνες αποτελούν την αρχική θεραπεία εκλογής.  Στη συνέχεια η θεραπεία τροποποιείται ανάλογα με την ευαισθησία του υπεύθυνου βακτηρίου (Potts 2001).

Ορισμένοι συγγραφείς συνιστούν κατά την αρχική θεραπεία της οξείας προστατίτιδας σε νεαρούς ενήλικες να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα λοίμωξης από Neisseria gonorrhoae και Chlamydia trachomatis (Gilbert et 2005).

Η διάρκεια της συνιστώμενης θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με το συγγραφέα από 10 ημέρες έως 6 εβδομάδες (Gilbert et 2005, Etienne et al 2008).

Η τοποθέτηση ουροκαθετήρα για διευκόλυνση της ούρησης πρέπει να αποφεύγεται, όσο αυτό είναι δυνατό, γιατί αυξάνει τον κίνδυνο αποστήματος του προστάτη και σηψαιμίας (Potts 2001).

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συμπτωματική ανακούφιση από τον πόνο και την κακουχία.  Επίσης έχουν χρησιμοποιηθεί α-αναστολείς για τη διευκόλυνση της ούρησης (Etienne et al 2008).

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΙΙ:  Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα

Η χρόνια προστατίτιδα στην οποία ανιχνεύονται παθογόνα βακτήρια απαντάται συχνότερα σε άνδρες μέσης ηλικίας, αρκετοί από τους οποίους αναφέρουν στο ιστορικό τους περιστατικό οξείας προστατίτιδας.  Συχνά είναι η κύρια παθολογική εκδήλωση σε άνδρες με στενώματα της ουρήθρας.  Όταν ο ασθενής προσπαθεί να ουρήσει, για να υπερνικήσει τη στένωση αυξάνει την ενδοαυλική πίεση με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι εκφορητικοί πόροι του προστάτη και τα τυχόν υπάρχοντα βακτήρια να ωθούνται μέσα στον αδένα (Potts 2001).

Η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα εκδηλώνεται συνήθως ως υποτροπιάζουσα ουρολοίμωξη με συχνουρία και δυσουρία.  Τα συμπτώματα εμφανίζονται όταν μολύνονται τα ούρα οπότε αποβαίνει θετική και η ουροκαλλιέργεια, αν και οι υπεύθυνοι μικροοργανισμοί μπορούν να ανιχνευθούν στο προστατικό έκκριμα και στα μεσοδιαστήματα όταν ο ασθενής είναι ελεύθερος συμπτωμάτων (Potts 2001).

Η καλύτερη και απλούστερη μέθοδος εντοπισμού της πηγής της λοίμωξης είναι η εξέταση των ούρων (γενική και καλλιέργεια) με χρήση της τεχνικής των τεσσάρων φιαλών (Μέθοδος Meares-Stamey) (Εικόνα 1, Πίνακας 2).  Τυπικό εύρημα της νόσου είναι ότι σε κάθε υποτροπή ουρολοίμωξης απομονώνεται ο ίδιος μικροοργανισμός, που παραμένει συνήθως ευαίσθητος στα ίδια αντιβιοτικά (Potts 2001).

Το διορθικό υπερηχοτομογράφημα του προστάτη τις περισσότερες φορές είναι φυσιολογικό, εκτός εάν έχει δημιουργηθεί απόστημα.  Με την εξέταση αυτή ανιχνεύεται και η παρουσία λίθων στον προστάτη.  Γενικά οι λίθοι θεωρούνται ως αίτιο χρόνιας βακτηριακής προστατίτιδας (Ahuja 2008).

To PSA ανευρίσκεται συνήθως αυξημένο στο αίμα των πασχόντων από χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα.  Η εξέταση πρέπει να επαναλαμβάνεται 6 εβδομάδες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων (Ahuja 2008).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2. Ουρηθρίτιδα ή προστατίτιδα;

Η τεχνική Meares-Stamey για τον εντοπισμό της πηγής βακτηριουρίας

Μέθοδος συλλογής δειγμάτων

q      Πριν από τη λήψη συμβουλεύεται ο ασθενής να διακόψει την ούρηση πριν τελειώσει, ώστε μια ποσότητα ούρων να παραμείνει μέσα την κύστη.

q      Αρχικά συλλέγονται 2 δείγματα ούρων:

·         Τα πρώτα 10 ml ούρων.  Συλλέγονται στο φιαλίδιο Νο 1.  Το δείγμα ονομάζεται VB1 (Voiding Bottle 1).

·         Μέσο της ούρησης (Ούρα μέσου ρεύματος).  Συλλέγονται στο φιαλίδιο VB2.

q      Ακολουθεί προστατική μάλαξη και συλλέγεται (αν υπάρχει) το προστατικό έκκριμα (EPS).  Τέλος συλλέγεται ένα ακόμα δείγμα 10 ml από τα πρώτα ούρα μετά τη μάλαξη του προστάτη (VB3).

Αξιολόγηση του αποτελέσματος:

q      Ελέγχονται: Η παρουσία πυοσφαιρίων (> 10 κ.ο.π.) κατά τη μικροσκοπική εξέταση του προστατικού εκκρίματος (EPS) και η ουροκαλλιέργεια.

q      Θετική ουροκαλλιέργεια στο δείγμα VB1 και αρνητικές καλλιέργειες στα VB2 και VB3 ερμηνεύεται ως ουρηθρίτιδα.  Σημειώνεται ότι τα δείγματα ούρων κατά Meares-Stamey πρέπει να καλλιεργούνται και σε ειδικά θρεπτικά υλικά (μυκόπλασμα).

q      10πλάσιος αριθμός βακτηρίων (CFU/ml) στο δείγμα της φιάλης VB3 σχέση με τα δείγματα VB1 και VB2 σημαίνει λοίμωξη εντοπισμένη στον προστάτη.

q      Θετική καλλιέργεια ούρων μέσου ρεύματος (VB2) θεωρείται ως γνωστό ότι θέτει τη διάγνωση ουρολοίμωξης.  Όμως η αρνητική συνήθης ουροκαλλιέργεια μέσου ρεύματος δεν αποκλείει τη βακτηριακή προστατίτιδα.

q      Ανάπτυξη σε παρόμοιες συγκεντρώσεις των ίδιων μικροοργανισμών στα VB1 και VB3 συνήθως ερμηνεύεται ως επιμόλυνση από τη χλωρίδα της ουρήθρας.

Ο πίνακας 2 βασίζεται (με μικρές τροποποιήσεις) στα άρθρα:

(1)     Meares EM, Stamey TA. Bacteriologic localization patterns in bacterial prostatitis and urethritis. Invest Urol  1968, 5:492-518.

(2)     Potts JM.  The four categories of prostatitis: A practical approach to treatment.  Cleveland Clinic J Med  2001, 68:389-397

Η Escherichia coli είναι ο παθογόνος μικροοργανισμός, που απομονώνεται συχνότερα και ακολουθούν Klebsiella pneumoniae, Pseudomonas aeruginosa, Proteus spp, Candida spp., Enterococcus spp. και Staphylococcus spp. (Ahuja 2008).

Ιδιαίτερα συχνό παθογόνο φαίνεται πως είναι το Ureaplasma urealyticum, το οποίο όμως δεν ανευρίσκεται συχνά, προφανώς γιατί η απομόνωσή του απαιτεί ειδικά καλλιεργητικά υλικά, που δεν χρησιμοποιούνται στις συνήθεις ουροκαλλιέργειες.  Σε μια προοπτική μελέτη που διεξήχθη στο Cleveland Clinic επί 42 πασχόντων από χρόνια προστατίτιδα ηλικίας 20 έως 70 ετών, απομονώθηκε U. urealyticum σε 24 (57%).  Όσοι βρέθηκαν θετικοί υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αζιθρομυκίνη, με αποτέλεσμα σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής σε όλους εκτός από δύο.  Από τους τελευταίους, ο ένας αναμολύνθηκε με το ίδιο βακτήριο και ο άλλος δεν ανταποκρίθηκε στη θεραπεία.  Πρέπει να σημειωθεί ότι το U. urealyticum έχει ενοχοποιηθεί επίσης για περιστατικά μη-γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας και στειρότητας επακόλουθης δυσλειτουργίας των σπερματοζωαρίων ή οξειδωτικού stress (Potts 2001).

Το Chlamydia trachomatis έχει ομοίως ενοχοποιηθεί για περιστατικά χρόνιας προστατίτιδας, αλλά δεν καλλιεργείται σε θρεπτικά υλικά και η απομόνωσή του γίνεται με ανοσοφθορισμό, RT-PCR ή άλλη κατάλληλη τεχνική (Ahuja 2008).

Οι κινολόνες (π.χ. σιπροφλοξασίνη ή οφλοξασίνη) είναι τα αντιβιοτικά που συχνότερα συνταγογραφούνται και επιτυγχάνουν βακτηριολογική ίαση σε ποσοστό 35-50% των περιστατικών με θεραπεία 4 εβδομάδων.  Οι κινολόνες έχουν δράση και στα σεξουαλικά μεταδιδόμενα παθογόνα (χλαμύδια, γονόκοκκοι) (Ahuja 2008).

Η κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη) έχει εξ ίσου καλά αποτελέσματα όταν χορηγηθεί επί 4-6 εβδομάδες και κοστίζει πολύ λιγότερο από τις κινολόνες (Ahuja 2008).

Οι Εντερόκοκκοι είναι συνήθως ανθεκτικοί στις κινολόνες και απαιτούν τη χρήση αμοξυκιλλίνης ή νιτροφουραντοΐνης, που όμως δεν διεισδύουν με ευχέρεια στον προστατικό ιστό (Potts 2001).

Από αδημοσίευτες μελέτες ευαισθησίας που έγιναν στα Ιατρικά Διαγνωστικά Εργαστήρια φάρμακο εκλογής στην Ελλάδα για τη λοίμωξη από U. urealyticum είναι η αζιθρομυκίνη (Σπυράκου 2010).  Η χορήγηση 1-1,5 γραμ. του φαρμάκου σε μια εφ’ άπαξ δόση θεωρείται συνήθως αρκετή για την εκρίζωση του βακτηρίου (Workowski και Berman 2006)

Εκτός από τα αντιβιοτικά στη χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα χορηγούνται ανακουφιστικά φάρμακα (α-αναστολείς, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη) όπως στη χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα.  Συστήνεται εξάλλου στους ασθενείς να εκσπερματώνουν τουλάχιστον κάθε 3 ημέρες για όσο διάστημα λαμβάνουν αντιμικροβιακή θεραπεία ώστε να βοηθούν στην παροχέτευση των προστατικών πόρων (Ahuja 2008).

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΙΙΙ:  Χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα / Χρόνιο πυελικό άλγος

Η τρίτη κατηγορία κατά NIH, η χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα ή σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους, αντιπροσωπεύει τη συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών χρόνιας προστατίτιδας και δυστυχώς έχει τη χειρότερη πρόγνωση, προκαλώντας συνήθως απογοήτευση στους ασθενείς και τους θεράποντες ιατρούς (Taylor et al 2008).

Η ακαδημαϊκή διάκριση σε υποκατηγορίες ΙΙΙa και IIIb (Πίνακας 1) δεν φαίνεται να έχει κάποια πρακτική εφαρμογή ούτε από αιτιολογική ούτε από θεραπευτική άποψη (Watson και Irwin 2010).

Η μη βακτηριακή προστατίτιδα ανήκει στα νοσήματα άγνωστης αιτιολογίας.  Έτσι, όπως συμβαίνει συνήθως, έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες για το αίτιο που ευθύνεται για τη νόσο, οι πιο συνήθεις από τις οποίες είναι:

q      Λοιμώδης αιτιολογία.  Σύμφωνα με την άποψη αυτή η μη βακτηριακή προστατίτιδα είναι λοίμωξη από κάποιο άτυπο λοιμογόνο παράγοντα.  Gram θετικά βακτήρια που γενικά θεωρούνται ως φυσιολογική χλωρίδα στις καλλιέργειες προστατικού υγρού ίσως γίνονται παθογόνα στις περιπτώσεις χρόνιας προστατίτιδας κατηγορίας ΙΙΙ (Watson και Irwin 2010). Τα νανοβακτήρια, μια αμφιλεγόμενη κατηγορία πιθανών μικροοργανισμών, έχουν επίσης ενοχοποιηθεί ότι ευθύνονται γι αυτή την παθολογική οντότητα.  Πολύ πρόσφατα Κινέζοι ερευνητές ανέφεραν πως κατάφεραν να μολύνουν πειραματόζωα και να προκαλέσουν προστατίτιδα κατηγορίας ΙΙΙa με διουρηθρική έγχυση εναιωρήματος νανοβακτηρίων (Shen et al 2010).

q      Χημική αιτιολογία.  Προκαλείται από παλινδρόμηση των ούρων μέσα στους εκφορητικούς πόρους του προστάτη, που οδηγεί σε χημική φλεγμονή του αδένα (Potts 2001).

q      Αυτοάνοση αιτιολογία.  Η αυτοάνοση αιτιολογία της μη βακτηριακής προστατίτιδας ενισχύθηκε τελευταία από διάφορα νέα ευρήματα και έχει αρκετούς οπαδούς μεταξύ των ειδικών (Watson και Irwin 2010).

q      Ορμονική αιτιολογία.  Είναι γνωστό πως η τεστοστερόνη ασκεί προστατευτική δράση έναντι της φλεγμονής του προστάτη.  Μια ελάττωση των επιπέδων τεστοστερόνης (ή πιθανότερα βλάβη του μηχανισμού μέσω του οποίου η ορμόνη αναστέλλει τη φλεγμονή του προστάτη) είναι πιθανό να προκαλέσει συμπτώματα χρόνιας μη βακτηριακής προστατίτιδας (Watson και Irwin 2010).

q      Νευρική αιτιολογία.  Στο μηχανισμό εμφάνισης συμπτωμάτων προστατίτιδας κατηγορίας ΙΙΙ έχει διαπιστωθεί αύξηση των τιμών του νευρικού αυξητικού παράγοντα (NGF), μιας ουσίας που αυξάνει τον αριθμό και την ευαισθησία των αισθητικών νευρικών ινών της πυέλου (Watson και Irwin 2010).

q      Ψυχική αιτιολογία (ψυχοσωματικό σύνδρομο).  Υπάρχουν πολλοί ειδικοί που κατατάσσουν τη μη βακτηριακή προστατίτιδα σε μιαν ομάδα χρόνιων νοσημάτων που συνδέονται με το stress, την κατάθλιψη και την ψυχική καταπόνηση (Watson και Irwin 2010).  Πέρασαν ήδη 22 χρόνια από τότε που ο Miller περιέγραψε μια μορφή προστατίτιδας (stress prostatitis) που προξενείται ή επιδεινώνεται από αγχογόνα γεγονότα της ζωής (Miller 1988).

Η διάγνωση της χρόνιας μη βακτηριακής προστατίτιδας είναι αρκετά δύσκολη.  Η ορθή διάγνωση μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να κατανοήσει τη θεραπεία και να τον απομακρύνει από την άσκοπη (και επιζήμια) χρόνια χρήση αντιβιοτικών (Taylor et al 2008).

Η κλινική εξέταση, όταν γίνεται από έμπειρο γιατρό είναι αποκαλυπτική.  Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ο ασθενής αναφέρει οξύ πόνο, που ακολουθεί χαρακτηριστικό και τυπικό πρότυπο και συνοδεύεται από μυϊκό σπασμό.  Στην πραγματικότητα σε αυτούς τους ασθενείς ένας μυς που φυσιολογικά υπακούει στη θέλησή μας μετατρέπεται σε ακούσιο μυϊκό εμπόδιο που προκαλεί συμπτώματα απόφραξης και δυσχέρεια στην κένωση της κύστης.  Αυτή η κατάσταση ονομάζεται ψευδοδυσσυνέργεια.  (Η αληθής δυσσυνέργεια εξωστήρα – σφιγκτήρα παρατηρείται σε ασθενείς που πάσχουν από νευρολογικά νοσήματα, όπως η κατά πλάκας σκλήρυνση) (Potts 2001).  Το 1999 οι Zermann et al απέδειξαν πως το 86% των πασχόντων από προστατίτιδα εμφανίζουν ψευδοδυσσυνέργεια.

Σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να γίνεται εξέταση ούρων με τη μέθοδο Meares-Stamey, ώστε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η απουσία βακτηρίων από τον προστάτη.  Η εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε έλεγχο για άτυπα παθογόνα, χλαμύδια και μυκοπλάσματα.

Η χρήση αντιβιοτικών στη θεραπεία της χρόνιας μη βακτηριακής προστατίτιδας, εφ’ όσον έχει προηγηθεί σοβαρή βακτηριολογική μελέτη, είναι άσκοπη.  Μια συστηματική μελέτη έδειξε πως δεν υπήρχε διαφορά κλινικής έκβασης στους ασθενείς που χορηγήθηκαν αντιβιοτικά από εκείνους που δεν έλαβαν αντιμικροβιακή θεραπεία (McNaughton Collins et al 2000).

Οι α-αναστολείς (τεραζοσίνη, δοξαζοσίνη, αλφουζοσίνη) ενδέχεται να έχουν κάποια χρησιμότητα στην ελάττωση των συμπτωμάτων, πιθανότατα δρώντας στον αυχένα της κύστης.  Η φιναστερίδη, ένας αναστολέας της 5-α-ρεδουκτάσης έχει αναφερθεί πως ελαττώνει ομοίως τα συμπτώματα.  Την ίδια δράση  με τη φιναστερίδη εμφανίζει και το Saw palmetto, βότανο που κυκλοφορεί στην αγορά ως συμπλήρωμα διατροφής (Ahuja 2008).

Υπάρχουν ακόμη κάποιες αναφορές ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη δρουν ανακουφιστικά σε μερικές περιπτώσεις μη βακτηριακής προστατίτιδας (Ahuja 2008).

Όπως για τα αντιβιοτικά έτσι και για τις συμπληρωματικές φαρμακευτικές θεραπείες πολλές πρόσφατες μελέτες δεν απέδειξαν την αποτελεσματικότητά τους.  Η ομάδα των Nickel et al (2008) δεν παρατήρησε θετική επίδραση από τη χρήση του α-αναστολέα αλφουζοσίνη.  Εξ άλλου ούτε η νευροληπτική ουσία πρεγαβαλίνη φάνηκε να έχει κάποια ευνοϊκή επίδραση στα συμπτώματα της νόσου (Pontari et al 2010).

Στην αντίπερα όχθη μια τελευταία συστηματική ανασκόπηση και δικτυακή μετα-ανάλυση αποφαίνεται ότι τα αντιβιοτικά και οι α-αναστολείς καθένα μόνο του ή σε συνδυασμό βελτιώνουν σημαντικά τα συμπτώματα πόνου και δυσουρίας σε σχέση με το placebo.  Οι ίδιοι ερευνητές συστήνουν τη χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών σε ασθενείς με πόνο.  Αντίθετα η φιναστερίδη και τα ανάλογα φυτικά σκευάσματα δεν αποδείχτηκαν αποτελεσματικά (Anothaisintawee et al 2011)

Τα λουτρά sitz και οι φυσιοθεραπευτικές μέθοδοι, όπως είναι η βιοανάδραση (biofeedback), η προοδευτική μυϊκή χαλάρωση, η ενδυνάμωση των ραχιαίων μυών και η ενίσχυση των μυών του πυελικού εδάφους έχουν αξιόλογη θεραπευτική δράση (Zhang-Qun 2003, Ahuja 2008).

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ IV:  ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΤΙΤΙΔΑ

Αυτή η μορφή προστατίτιδας συνήθως αναγνωρίζεται τυχαία και αφορά σε ασυμπτωματικούς άνδρες με αυξημένο PSA στον ορό, που υποβλήθηκαν σε βιοψία προστάτη ή προστατεκτομή.  Επίσης ανευρίσκεται σε άνδρες που υποβάλλονται σε έλεγχο γονιμότητας και παρουσιάζουν αυξημένο αριθμό λευκοκυττάρων στο σπέρμα (Potts 2001).

Είναι γενικά αποδεκτό σήμερα πως όλοι οι ασυμπτωματικοί άνδρες με αυξημένο PSA στον ορό πρέπει να υποβάλλονται σε εργαστηριακό έλεγχο για προστατίτιδα κατηγορίας IV κατά NIH, πριν υποβληθούν σε  βιοψία προστάτη.

Σε έρευνα της Potts (2001) είχαν εξεταστεί 122 ασυμπτωματικοί άνδρες με αυξημένο PSA.  Μετά από μάλαξη του προστάτη σε 51 από αυτούς (42%) βρέθηκαν περισσότερα από 10 πυοσφαίρια κ.ο.π. στο προστατικό έκκριμα (EPS) ή στο δείγμα ούρων VB3, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ασυμπτωματικής προστατίτιδας.  Αυτοί υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αντιβιοτικά επί 4 εβδομάδες με αποτέλεσμα τα επίπεδα PSA να επανέλθουν στο φυσιολογικό σε 22 ασθενείς και να παραμείνουν φυσιολογικά μετά από παρακολούθηση 24 μηνών.  Από τους υπόλοιπους 71 άνδρες που δεν είχαν εργαστηριακά ευρήματα προστατίτιδας, καρκίνος του προστάτη διαπιστώθηκε σε 36 (51%).  Τέλος καρκίνος του προστάτη βρέθηκε με βιοψία σε 9 (31%).από τους 29 ασθενείς με ευρήματα προστατίτιδας στους οποίους η αντιμικροβιακή θεραπεία δεν μείωσε τα επίπεδα PSA,

 

Summary

Prostatitis. Diagnosis and treatment. Danai Papakonstantinou

Prostatitis is not a single condition but a group of disorders with related symptoms.  The disease is classified into 4 categories by the National Institutes of Health.  These categories are differentiated by the presence or absence of signs of infection and inflammation.  The classic 4-glass Meares-Stamey urine test for localization of the infection to the prostate is very useful for the correct diagnosis and selection of the appropriate therapy.  Treatment is with an antibiotic if the cause is bacterial.  Nonbacterial causes are treated with warm sitz baths, α-blockers, and nonsteroidal anti-inflammatory drugs.

 

Βιβλιογραφία

Ahuja SK. Chronic Bacterial Prostatitis. eMedicine Updated: Mar 13, 2008. Available online at http://emedicine.medscape.com/article/458391-print  (Accessed: 16/1/2011).

Andriole GL. Prostatitis. The Merck Manual for Health Professionals. Updated: Oct 2008. Available online at http://www.merckmanuals.com/professional/sec17/ch240/ch240c.html (Accessed: 16/1/2011)

Anothaisintawee T, Attia J, Nickel JC et al. Management of chronic prostatitis/chronic pelvic pain syndrome: a systematic review and network meta-analysis. JAMA 2011, 5;305(1):78-86 (Abstract)

Collins MM, Stafford RS, O’Leary MP, Barry MJ. How common is prostatitis? A national survey of physician visits. J Urol 1998, 159(4):1224-8 (Abstract)

Etienne M, Chavanet P, Sibert L et al.  Acute bacterial prostatitis: heterogeneity in diagnostic criteria and management. Retrospective multicentric analysis of 371 patients diagnosed with acute prostatitis. BMC Infect Dis 2008, 8:12.(Full text)

Gilbert DN, Mollelering RC, Sand M. The Sanford Guide to Antimicrobial Therapy. In: Park H, editor. The Sanford Guide to Antimicrobial Therapy. Antimicrobial Therapy Inc; 2005. pp. 23–24.

McNaughton Collins M, MacDonald R, Wilt TJ. Diagnosis and treatment of chronic abacterial prostatitis: a systematic review. Ann Intern Med. 2000;133(5):367-81.

Miller HC. Stress prostatitis Urology 1988, 32(6):507-510 (Abstract)

Nickel JC, Krieger JN, McNaughton-Collins M. et al. Alfuzosin and symptoms of chronic prostatitis–chronic pelvic pain syndrome. N Engl J Med 2008, 359:2663-2673

Pontari MA, Krieger JN, Litwin MS et al. Pregabalin for the treatment of men with chronic prostatitis/chronic pelvic pain syndrome. Arch Intern Med. 2010, 170(17):1586-1593. (Abstract)

Potts JM. The four categories of prostatitis: A practical approach to treatment.  Cleveland Clinic J Med 2001, 68:389-397  (Full text)

Shen X, Ming A, Li X et al Nanobacteria: A possible etiology for type III prostatitis. J Urol 2010, 184(1):364-369 (Abstract)

Σπυράκου Ο. Προσωπική επικοινωνία. 2010

Taylor BC, Noorbaloochi S, McNaughton-Collins et al. Excessive antibiotic utilization in men with prostatitis. Am J Med 2008, 121(5):444-449 (Full text)

Watson RA, Irwin RA. Chronic Pelvic Pain Syndrome and Prostatodynia. eMedicine Updated: Aug 13, 2010. Available online at http://emedicine.medscape.com/article/437745-print (Accessed: 16/1/2011).

Workowski KA, Berman SM. Sexually Transmitted Diseases Treatment Guidelines, 2006. Morbidity & Mortality Weekly Report. 2006, 55(30):1-94 (Full text)

Zhang-Qun YE, Dan CAI, Ru-Zhu LAN, Guang-Hui DU et al. Biofeedback therapy for chronic pelvic pain syndrome. Asian J Androl 2003 Jun; 5: 155-158 (Full text)

Zermann DH, Ishigooka M, Doggweile R, Schmidt RA. Chronic prostatitis: a myofascial pain syndrome? Infect Urol 1999, 12:84-92

 

Επιστροφή στην πρώτη σελίδα του IDEA Medical Newsletter

Προειδοποίηση

Το περιεχόμενο του IDEA MEDICAL NEWSLETTER είναι επιστημονικό και απευθύνεται σε γιατρούς και λοιπούς επαγγελματίες υγείας.  Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα που δεν έχουν τα προσόντα νόμιμης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος για οποιαδήποτε θεραπευτική ή διαγνωστική εφαρμογή.