ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ (REVIEW)                                                           Βιβλιογραφική αναφορά (Citation)

IDEA Medical Newsletter 2011:1,1. Available at http://www.idea-lab.gr/newslet20110101.htm

 

 

Η ανασκόπηση της Ο. Σπυράκου “Λειτουργική εξέταση κοπράνων” δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο “Medical Newsletter” του 1ου τριμήνου 2008.  Έκτοτε αναδημοσιεύτηκε αρκετές φορές σε επιστημονικά περιοδικά και αναρτήθηκε σε ιστοχώρους ιατρικού περιεχομένου.  Στην ανανεωμένη διαδικτυακή έκδοση IDEA MEDICAL NEWSLETTER δημοσιεύεται η παρούσα ενημερωμένη οριστική της μορφή.

 

Λειτουργική εξέταση κοπράνων

Ουρανία Σπυράκου

Περίληψη

Η λειτουργική εξέταση των κοπράνων, αν και είναι παλιά μέθοδος ελέγχου της λειτουργικής επάρκειας του εντέρου, αξιολογεί την πέψη, την απορρόφηση και ενδείκνυται για τη μελέτη όλων των χρόνιων γαστρεντερικών προβλημάτων, της αιφνίδιας μεταβολής των συνηθειών του εντέρου και πολλών συστηματικών νοσημάτων.  Η μέθοδος έχει τη δυνατότητα διαχωρισμού των χρόνιων λειτουργικών διαταραχών όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου από τα οργανικά νοσήματα όπως τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου π.χ. ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn.  Αξιολογεί επίσης την παγκρεατική πεπτική ενζυμική παραγωγή.  Η ολοκληρωμένη ανάλυση περιλαμβάνει μακροσκοπική, μικροσκοπική, χημική και ανοσοχημική εξέταση καθώς και ορισμένα απλά τεστ (στεατοκρίτης).

 

Προετοιμασία για την εξέταση

Η λειτουργική εξέταση των κοπράνων είναι σήμερα μια λίγο-πολύ «ξεχασμένη» εξέταση, δίνει όμως σημαντικές πληροφορίες για τη λειτουργία και τα προϊόντα της πέψης.  Οι πρώτες ανακοινώσεις για το θέμα έγιναν πριν από ένα περίπου αιώνα (Lynch 1910).

Σύμφωνα με τις παλιότερες απόψεις, που σημειωτέον στο σημείο αυτό δεν έχουν μεταβληθεί, τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι περισσότερο αξιόπιστα, αν τις δύο προηγούμενες από τη λήψη των κοπράνων ημέρες εφαρμοστεί ειδικό διαιτολόγιο, το λεγόμενο «γεύμα του Schmidt».

Η σύνθεση του γεύματος Schmidt είναι η ακόλουθη (Κονιαβίτης 1968):

Πρωινό: Ένα ποτήρι γάλα ή τσάι ή κακάο. Μια φέτα ψωμί με βούτυρο ή (αντί για βούτυρο) ένα «μελάτο» αυγό.

Γύρω στις 10 π.μ.: Ένα ποτήρι γάλα με δημητριακά.

Μεσημεριανό γεύμα: Μπιφτέκια από βοδινό κιμά βάρους περίπου 250 γραμμαρίων με βούτυρο και πουρέ.

Απόγευμα: Όπως το πρωινό (χωρίς αυγό).

Βραδυνό δείπνο: Ένα ποτήρι γάλα ή ένα φλυτζάνι σούπα με μια φέτα ψωμί με βούτυρο ή (αντί για βούτυρο) ένα αυγό.

Εξαιρετικά μπορεί να προστεθεί μικρή ποσότητα καφέ ή ένα μικρό βοδινό μπιφτέκι το βράδυ.

 

Γενικά στοιχεία

Η λειτουργική εξέταση των κοπράνων αποτελεί μια απλή μέθοδο διάκρισης των χρόνιων λειτουργικών διαταραχών όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου από τα φλεγμονώδη εντερικά νοσήματα όπως η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn.  Χρησιμεύει επίσης για τoν αρχικό έλεγχο της αιφνίδιας αλλαγής των εντερικών συνηθειών.  Περιλαμβάνεται ακόμα στις μεθόδους ελέγχου της παγκρεατικής λειτουργίας.

Η εξέταση πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα από την κένωση για να αποφευχθούν αλλοιώσεις από την παραμονή των κοπράνων στον αέρα (Κονιαβίτης 1968).

O ολοκληρωμένος έλεγχος περιλαμβάνει μακροσκοπική, μικροσκοπική, χημική και ανοσολογική εξέταση καθώς και ορισμένα απλά τεστ (στεατοκρίτης).

 

Μακροσκοπική εξέταση

Με τη μακροσκοπική εξέταση ελέγχεται η χροιά, η σύσταση, η ποσότητα και οι τυχόν προσμίξεις βλέννας, αίματος και αδρών άπεπτων υπολειμμάτων τροφών.  Φυσιολογικά μετά από το ειδικό διαιτολόγιο (γεύμα του Schmidt) παρατηρείται ομοιογενής σύσταση με ορισμένα μικρά καστανά σημεία, τα οποία στη μικροσκοπική εξέταση αποκαλύπτεται ότι αποτελούνται από υπολείμματα φυτικών ινών.

Σε παθολογικές όμως περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν άπεπτα υπολείμματα τροφών (κρέατος, αμύλου πατάτας, λίπους), βλέννα, πύον ή αίμα, εντερόλιθοι, χολόλιθοι και εντερικά παράσιτα.

Μετά από δίαιτα Schmidt το φυσιολογικό ποσό των κοπράνων είναι περίπου 250 γραμμάρια.   Σε ζυμωτικές δυσπεψίες μπορεί να φτάσει τα 800 γραμμάρια, σε γαστρογενείς διάρροιες μέχρι 500 γραμ., σε απόφραξη των χοληφόρων οδών φτάνει μέχρι 1000 γραμ και σε σοβαρές εντερίτιδες μέχρι 2.500 γραμ. και πλέον (Κονιαβίτης 1968).

 

Μικροσκοπική εξέταση

Η μικροσκοπική εξέταση γίνεται σε παρασκευάσματα από πρόσφατα κόπρανα.  Αν τα κόπρανα είναι διαρροϊκά ή λεπτόρρευστα, τα χύνουμε σε τρυβλίο και παίρνουμε 2-3 λήψεις με κρίκο, τους οποίους τοποθετούμε σε αντικειμενοφόρο πλάκα και καλύπτουμε με καλυπτρίδα.  Αν είναι πολύ διαρροϊκά τα αφήνουμε να καθιζήσουν ή τα φυγοκεντρούμε και παραλαμβάνουμε το ίζημα.  Τέλος αν τα κόπρανα είναι στερεά διαλύουμε μια μικρή ποσότητα σε νερό ή φυσιολογικό ορό.

Ετοιμάζουμε τέσσερα παρασκευάσματα: Ένα απλό νωπό παρασκεύασμα, ένα δεύτερο στο οποίο ρίχνουμε 2-3 σταγόνες διαλύματος Lugol (με το οποίο εύκολα διαχωρίζονται τα κοκκία αμύλου από τα κοκκιώδη μικρόβια), ένα τρίτο παρασκεύασμα στο οποίο ρίχνουμε 2-3 σταγόνες οξικού οξέος 3% και τέλος ένα τέταρτο στο οποίο προσθέτουμε 2-3 σταγόνες κορεσμένου αλκοολικού διαλύματος Sudan III.  Όλα τα παρασκευάσματα πρέπει να είναι αρκετά λεπτά και μάλιστα τόσο λεπτά ώστε να μπορεί κάποιος μέσα από το παρασκεύασμα να διαβάσει κείμενο εφημερίδας (Κονιαβίτης 1968).

Με τη μικροσκοπική εξέταση αναζητούμε κατά πρώτο λόγο τα τυχόν υπάρχοντα προϊόντα πεπτικών διαταραχών και έπειτα τα παθολογικά προϊόντα του εντερικού βλεννογόνου. Με την ίδια εξέταση μπορούν να ανευρεθούν και τυχόν υπάρχοντα εντερικά παράσιτα, αλλά η πλήρης παρασιτολογική εξέταση απαιτεί τη χρήση ειδικής τεχνικής.

Κατ΄ αρχή επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή για τον ασφαλή διαχωρισμό των εντερικών παρασίτων, των ωών και των κύστεων από τις φυτικές ίνες, τα προϊόντα διάσπασής τους, τους σπόρους των μυκήτων και τα εν γένει υπολείμματα της πέψης.

 

EIKONA 1.  Μικροσκοπική εικόνα κοπράνων.  1 = Κυτταρίνη μπανάνας, 2 = Άμυλο αραβοσίτου,

3 = Άμυλο ρυζιού, 4 = Υπόλειμμα φασολιού  (Κονιαβίτης 1968).

Προϊόντα διαταραχών της πέψης

Κατά τη μικροσκοπική εξέταση παρατηρούνται υπολείμματα μυϊκών ινών και ινών συνδετικού ιστού αν υπάρχει διαταραχή της πέψης των λευκωμάτων, λιποειδείς ουσίες επί ελαττωματικής πέψης των λιπών και αμυλόκοκκοι από ανωμαλίες στην πέψη των υδατανθράκων (Εικ. 1).

Τα υπολείμματα των μυϊκών ινών αναγνωρίζονται εύκολα από την κιτρινωπή χροιά που παίρνουν με την επίδραση των χολοχρωστικών.

ΕΙΚΟΝΑ 2.  Μικροσκοπική εικόνα παρασκευάσματος κοπράνων.  Διακρίνονται α = άπεπτες μυϊκές ίνες,

β = ατελώς πεφθείσες μυϊκές ίνες, δ = καλώς πεφθείσες μ. ίνες, γ = ίνες κολλαγόνου. (Κονιαβίτης 1968).

Ως προς το σχήμα και την κατασκευή τους διακρίνονται στα εξής τρία είδη (Εικ. 2):

(1) Μεγάλα σαφώς γραμμωτά τμήματα με γωνιώδη περίμετρο (στην εικόνα 2 σημειώνονται με το γράμμα α)

(2) Τμήματα μικρότερου μεγέθους με αποστρογγυλεμένες γωνίες, ορθογώνια ή τετράγωνα που διατηρούν ακόμα τη γραμμωτή υφή τους (σημειώνονται με το β) και

(3) Μικρά πολυγωνικά ή στρογγυλά τμήματα με ανεπαίσθητη γράμμωση ή και χωρίς καθόλου γράμμωση (σημειώνονται με δ)

Φυσιολογικά μετά την κατά Schmidt δοκιμασία ανευρίσκονται υπολείμματα του δεύτερου και του τρίτου τύπου, σε παθολογικές όμως καταστάσεις, όταν υπάρχει βλάβη της λειτουργίας του λεπτού εντέρου ή του παγκρέατος, ανευρίσκονται άπεπτες μυϊκές ίνες του πρώτου τύπου.  Χαρακτηριστικό της βλάβης της παγκρεατικής πέψης είναι η ανεύρεση μυϊκών ινών με σαφή και αναλλοίωτο πυρήνα (Κονιαβίτης 1968).

Τα υπολείμματα των ινών του συνδετικού ιστού (ίνες κολλαγόνου) διακρίνονται μικροσκοπικά από τη νηματοειδή σύσταση με λεπτά και μόλις διακρινόμενα ινίδια. Διαχωρίζονται από τις ελαστικές ίνες στο παρασκεύασμα που προσθέσαμε οξικό οξύ, στο οποίο η δομή των ινών κολλαγόνου εξαφανίζεται ενώ των ελαστικών γίνεται περισσότερο εμφανής. Η παρουσία μεγάλου ποσού ινών κολλαγόνου στα κόπρανα είναι ενδεικτική ελαττωματικής πέψης στο στομάχι (Κονιαβίτης 1968).

  ΕΙΚΟΝΑ 3.  Αμυλόκοκκοι χρωματισμένοι με Lugol.

Μεμονωμένοι αμυλόκοκκοι βρίσκονται και σε φυσιολογικά κόπρανα ιδίως των βρεφών. Μεγάλη αύξησή τους σημαίνει δυσλειτουργία του λεπτού εντέρου.  Οι αμυλόκοκκοι αναγνωρίζονται εύκολα γιατί στο χρωσμένο με Lugol παρασκεύασμα βάφονται μπλε (Εικ. 1 και Εικ. 3).

  ΕΙΚΟΝΑ 4.  Λιποσταγονίδια χρωματισμένα με Sudan III.

Το λίπος βρίσκεται σε μικρή ποσότητα και σε φυσιολογικά κόπρανα και εμφανίζεται με τρεις μορφές: ως λιποσταγονίδια, ως βωλία (ουδέτερο λίπος) και ως βελονοειδείς κρύσταλλοι από λιπαρά οξέα και σάπωνες.  Οι κρύσταλλοι των λιπαρών οξέων είναι επιμήκεις ενώ των σαπώνων έχουν μικρό μήκος και είναι παχύτεροι.  Μερικές φορές οι σάπωνες εμφανίζονται και ως βωλία.  Στο χρωσμένο με Sudan III παρασκεύασμα τα λιποσταγονίδια και τα βωλία από ουδέτερο λίπος παίρνουν χρώμα πορτοκαλί έως λαμπρό ερυθρό, ενώ οι κρύσταλλοι μένουν αχρωμάτιστοι.  Για να ελέγξουμε τους κρυστάλλους προσθέτουμε μια σταγόνα οξικού οξέος και θερμαίνουμε ελαφρά σε φλόγα.  Έτσι μεταβάλλονται σε λιποσταγονίδια.  Μετά την ψύξη όμως ξαναγίνονται κρύσταλλοι (Κονιαβίτης 1968).

Σχετικά πρόσφατα αναπτύχθηκε μια νέα μικροσκοπική «ποσοτική» μέθοδος προσδιορισμού του λίπους των κοπράνων, που έχει αυξημένη ευαισθησία σε σχέση με την απλή άμεση χρώση.  Η μέθοδος βασίζεται στη χρώση με Sudan III κοπράνων που έχουν προηγουμένως οξινοποιηθεί με οξικό οξύ 36% και θερμανθεί (Εικ. 5).  Η νέα μικροσκοπική τεχνική μπορεί θεωρητικά να αντικαταστήσει την πολύπλοκη χημική μέθοδο προσδιορισμού του λίπους σε κόπρανα 72 ωρών των Van de Kamer και συν., που χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο από μισό αιώνα (Fine και Ogunji 2000).

Αύξηση του λίπους στα κόπρανα (στεατόρροια) παρατηρείται σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες διαταράσσεται η απορρόφηση των λιπών (νοσήματα του εντερικού βλεννογόνου, της χολής, του παγκρέατος κλπ.).

 (α)     (β)

ΕΙΚΟΝΑ 5.  Μικροσκοπική εικόνα κοπράνων που περιέχουν διαφορετικό ποσό λίπους με τη νέα ποσοτική μικροσκοπική μέθοδο εξέτασης.  (α) = Φυσιολογικά κόπρανα. (β) = Σοβαρή στεατόρροια..

(Fine και Ogunji 2000).

Η κυτταρίνη δηλ. άπεπτες φυτικές ίνες είναι το υπόλειμμα των φυτικών τροφών. Απ’ αυτές μόνο τα υπολείμματα από πατάτες έχουν κάποια διαγνωστική αξία, αφού θεωρούνται δηλωτικά ελαττωματικής πέψης.

Από τα κρυσταλλικά στοιχεία, εκτός από τους κρυστάλλους λιπαρών οξέων και σαπώνων στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε, είναι δυνατόν να ανευρεθούν κρύσταλλοι φωσφορικού νατρίου, ουδέτερου φωσφορικού ασβεστίου, οξαλικού ασβεστίου, χοληστερίνης, χολερυθρίνης, Charcot-Leyden κ.ά. (Κονιαβίτης 1968).

 

Παθολογικά προϊόντα εντερικού τοιχώματος

Από αυτά σπουδαιότερα είναι η βλέννα, τα επιθηλιακά κύτταρα, τα λευκοκύτταρα και τα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Η βλέννα εμφανίζεται μικροσκοπικά με μορφή μάζας διαφανούς χωρίς υφή επάνω στην οποία συχνά είναι προσκολλημένα διάφορα στοιχεία (επιθήλια, λευκοκύτταρα, κρύσταλλοι, υπολείμματα τροφών).  Στο παρασκεύασμα που προσθέσαμε οξικό οξύ η βλέννα εμφανίζει γραμμώσεις.

Η παρουσία βλέννας στα κόπρανα σημαίνει σχεδόν πάντοτε παθολογική κατάσταση του εντερικού βλεννογόνου, όταν μάλιστα εμπεριέχει και χολερυθρίνη σημαίνει βλάβη του βλεννογόνου του λεπτού εντέρου (Κονιαβίτης 1968).

Όσον αφορά στα επιθηλιακά κύτταρα, τα μεν πλακώδη παρατηρούνται σπάνια στα κόπρανα σε παθήσεις του απευθυσμένου, τα δε κυλινδρικά βρίσκονται συχνότερα είτε αναλλοίωτα είτε μισοκατεστραμμένα.  Η ανεύρεση μεγάλου αριθμού επιθηλιακών κυττάρων υποδηλώνει φλεγμονή του εντερικού βλεννογόνου, ενώ η παρουσία επιθηλιακών κυττάρων με έγκλειστα αποτελεί συχνά ένδειξη ιογενούς λοίμωξης (Κονιαβίτης 1968).

Τα λευκοκύτταρα, όταν ανευρίσκονται σε μεγάλο αριθμό, υποδηλώνουν φλεγμονή και πιθανότατα ελκωτική επεξεργασία.

Τα ερυθρά αιμοσφαίρια παρατηρούνται ακέραια, μόνο σε αιμορραγίες από την κατώτατη μοίρα του εντέρου, γιατί όταν το αίμα προέρχεται από υψηλές εντερικές θέσεις ανευρίσκονται μόνο συντρίμματα ερυθρών ή συνηθέστερα μόνο αιμοσφαιρίνη χωρίς ερυθρά (Κονιαβίτης 1968).

 

Χημική και ανοσολογική εξέταση

Συμπληρωματικά στη λειτουργική εξέταση των κοπράνων προσδιορίζονται η αντίδραση, η αιμοσφαιρίνη, το ολικό λίπος σε κόπρανα 72 ωρών και διάφορα ένζυμα από τα οποία εν χρήσει είναι ο προσδιορισμός της χυμοθρυψίνης και (κυρίως) της ελαστάσης των κοπράνων.

Η αντίδραση των κοπράνων είναι ουδέτερη έως ελαφρά αλκαλική (pH = 6,9 – 7,2). Σε απόλυτη φυτοφαγία (vegans) είναι δυνατόν να καταστεί ασθενώς όξινη.  Όξινο γίνεται το pH των κοπράνων και σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις όπως είναι η δυσανεξία στη λακτόζη.

Η παρουσία αιμοσφαιρίνης ελέγχεται τυπικά σε κάθε εξέταση κοπράνων, αφού συνοδεύει πληθώρα γαστρεντερικών και συστηματικών νοσημάτων  Φυσιολογικά αποβάλλονται στα κόπρανα 0,5 – 1,5 ml αίματος την ημέρα, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 2 mg αιμοσφαιρίνης ανά γραμμάριο κοπράνων.  Η ποσότητα αυτή δεν ανιχνεύεται με τις συνήθεις μεθόδους.  Οι παλαιότερες χημικές τεχνικές ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης είναι εύχρηστες και κοστίζουν λιγότερο.  Οι νεώτερες ανοσοχημικές τεχνικές έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία και ειδικότητα, ανιχνεύουν μόνο την ανθρώπινη αιμοσφαιρίνη και δεν απαιτούν διαιτητικούς περιορισμούς (Beg et al 2002).

Τα τελευταία 50 χρόνια το ολικό λίπος προσδιορίζεται σε κόπρανα 72 ωρών νωπά ή αποξηραμένα με διάφορες μεθόδους.  Αν και περίπλοκος ο προσδιορισμός είναι εξαιρετικά ευαίσθητος δείκτης της παγκρεατικής λειτουργίας, ενώ η άμεση χρώση έχει ευαισθησία μόνο 70% (Van de Kamer et al 1949, Mais 2008).  Η νέα ποσοτική μικροσκοπική τεχνική που περιγράφηκε στις αρχές του 21ου αιώνα έχει καλή ευαισθησία και τη δυνατότητα να αντικαταστήσει το χημικό προσδιορισμός του λίπους (Fine και Ogunji 2000).  Εξ άλλου η μέτρηση του στεατοκρίτη αποτελεί πρόσθετο απλό και αξιόπιστο δείκτη της ποσότητας του λίπους των κοπράνων σε παιδιά και ενήλικες (Bettinardi et al 1999).

Η ελαστάση των κοπράνων (παγκρεατική ελαστάση–1) προσδιορίζεται με μεθόδους ELISA και θεωρείται καλή μέθοδος ελέγχου της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος (Mais 2008).  Ο προσδιορισμός αυτού του ενζύμου υπερτερεί σαφώς σε ευαισθησία και ειδικότητα της χυμοθρυψίνης, που έχει σήμερα σχεδόν εγκαταλειφθεί.  Τιμές ελαστάσης μικρότερες από 200 μg/g κοπράνων είναι ενδεικτικές παγκρεατικής ανεπάρκειας.  Οι χαμηλές τιμές έχουν ειδικότερα συσχετισθεί με κυστική ίνωση, χρόνια παγκρεατίτιδα, και καρκίνο του παγκρέατος (Lüth et al 2001).  Επιπρόσθετα σε πρόσφατη εργασία διαπιστώθηκε ότι χαμηλές τιμές παγκρεατικής ελαστάσης συνοδεύουν τα φλεγμονώδη εντερικά νοσήματα (Pezzilli et al 2007).

 

Στεατοκρίτης και όξινος στεατοκρίτης

Η μέτρηση του στεατοκρίτη χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τη διάγνωση της δυσαπορρόφησης λίπους στα νεογέννητα (Phuapradit et al 1981).  Σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως ως μια απλή ποσοτική μέθοδος για τη διάγνωση της στεατόρροιας οποιασδήποτε αιτιολογίας.

Για τη μέτρηση 1 ml κοπράνων αναμιγνύεται με 2 ml αποσταγμένου νερού και μια πολύ μικρή ποσότητα άμμου (0,06 g).  Το μίγμα ομογενοποιείται σε ιγδίον (γουδί) πορσελάνης και μια μικρή ποσότητα εισάγεται σε κοινό τριχοειδές σωληνάριο που σφραγίζεται στο ένα άκρο και φυγοκεντρείται σε φυγόκεντρο μικροαιματοκρίτη σε 12000 g επί 15 λεπτά.  Μετά τη φυγοκέντρηση το τριχοειδές τοποθετείται σε όρθια θέση και μετρείται το μήκος των δύο στερεών στιβάδων, δηλ. του λίπους (Λ) στην κορυφή  και του στερεού υπολείμματος κοπράνων στον πυθμένα του τριχοειδούς (Κ).  Ως στεατοκρίτης ορίζεται το εκατοστιαίο ποσοστό της στιβάδας του λίπους σε σχέση με το άθροισμα λίπους και στερεού υπολείμματος  (Εικ. 6), δηλ.:

Στεατοκρίτης = [Λ/(Λ+Κ)] x 100

ΕΙΚΟΝΑ 6.  Ο στεατοκρίτης.  Τρία φυγοκεντρημένα δείγματα κοπράνων με διαφορετική περιεκτικότητα σε λίπος.  Από αριστερά προς τα δεξιά οι τρεις στεατοκρίτες βρέθηκαν 1%, 22% και 45% αντίστοιχα.

Αν και οι περισσότεροι συγγραφείς βρίσκουν καλή συσχέτιση του στεατοκρίτη με το χημικό προσδιορισμό του λίπους κοπράνων οι Walters και συν. (1990) ανέφεραν σημαντικές δυσκολίες κατά τη μέτρηση του στεατοκρίτη και μη ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Αργότερα βρέθηκε ότι η οξινοποίηση των ομογενοποιημένων κοπράνων συμβάλλει στον καλύτερο διαχωρισμό του λίπους κατά τη φυγοκέντρηση (όξινος στεατοκρίτης).  Ο όξινος στεατοκρίτης συμφωνεί περισσότερο με το χημικό προσδιορισμό του λίπους κοπράνων συγκριτικά με τον κλασσικό στεατοκρίτη (Bettinardi et al 1999).

Η μέθοδος προσδιορισμού του όξινου στεατοκρίτη είναι καθ’ όλα όμοια με την κλασσική εξέταση εκτός του ότι, πριν την αναρρόφηση του δείγματος στο τριχοειδές, προστίθεται στο ομογενοποιημένο δείγμα κοπράνων διάλυμα 700 ml/L υπερχλωρικού οξέος σε αναλογία 1 όγκος διαλύματος οξέος / 5 όγκοι ομογενοποιημένων κοπράνων (Bettinardi et al 1999).

 

Summary

Functional examination of faeces.  Urania Spyrakou

The functional examination of excrements, even if it is an old method of control of functional sufficiency of intestine, evaluates digestion, absorption and is indicated for all chronic GI problems, for acute bowel pattern changes, and for many systemic diseases.  The method has capability to distinguish between chronic functional digestive disorders like Irritable Bowel Syndrome and organic diseases such as Inflammatory Bowel Disease i.e. Crohn’s Disease and Ulcerative Colitis.  It also evaluates pancreatic digestive enzyme output.  The comprehensive analysis includes visual, microscopic, chemical and immunochemical examination and some simple tests (steatocrit).

 

Βιβλιογραφία

Beg Μ, Singh Μ, Saraswat ΜΚ, Rewari ΒΒ. Occult gastro-intestinal bleeding : Detection, interpretation, and evaluation. JIACM 2002, 3(2): 153-8 (Full text)

Bettinardi N, Colombo C, Corbetta C. In vitro influence of different kinds of fats on results and imprecision of classic and acid steatocrits. Clinical Chemistry 1999, 45: 406-407 (Full text)

Fine KD, Ogunji F. A new method of quantitative fecal fat microscopy and its correlation with chemically measured. Am J Clin Pathol 2000, 113:528-534 (Full text).

Κονιαβίτης ΑΝ  Θεωρία και πράξις της εργαστηριακής ερεύνης. Τόμος Β.  Αθήναι, 1968: 271-323

Lüth S; Teyssen S; Forssmann K; Kölbel C; Krummenauer F; Singer MV.  Fecal elastase-1 determination: 'gold standard' of indirect pancreatic function tests? Scand J Gastroenterol  2001, 36(10):1092-1099

Lynch J M. The test diet nitrogen and sulphate partitions as an aid to diagnosis in intestinal disturbances Boston Med Surg J 1910, 162:35-37 (Free preview)

Mais DD. Quick Compendium of Clinical Pathology. 2nd ed., Chicago, ASCP, 2008, p. 11.

Pezzilli R, Barassi A, Morselli-Labate AM et al. Fecal calprotectin and elastase 1 determinations in patients with pancreatic diseases: a possible link between pancreatic insufficiency and intestinal inflammation. J Gastroenterol 2007, 42(9):754-760 (Abstract)

Phuapradit P, Narang A, Mendonca P, Harris DA, Baum JD. The steatocrit: a simple method for estimating stool fat content in newborn infants. Arch Dis Child 1981, 56:725-727 (Full text)

Van de Kamer JH, ten Bokkel Huinink H, Weijers HA. Rapid method for the determination of fat in feces. J Biol Chem. 1949, 177:347-355.

Walters MP, Kelleher J, Gilbert J, Littlewood JM. Clinical monitoring of steatorrhea in cystic fibrosis. Arch Dis Child 1990, 65:99-102 (Full text)

 

Επιστροφή στην πρώτη σελίδα του IDEA Medical Newsletter

Προειδοποίηση

Το περιεχόμενο του IDEA MEDICAL NEWSLETTER είναι επιστημονικό και απευθύνεται σε γιατρούς και λοιπούς επαγγελματίες υγείας.  Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα που δεν έχουν τα προσόντα νόμιμης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος για οποιαδήποτε θεραπευτική ή διαγνωστική εφαρμογή.