ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ (REVIEW)                                                           Βιβλιογραφική αναφορά (Citation)

IDEA Medical Newsletter 2011:2,1. Available at http://www.idea-lab.gr/newslet20110201.htm

 

ΕΙΚΟΝΑ 1. Γραφική αναπαράσταση των σημαντικότερων ανοσολογικών μηχανισμών στη σαρκοείδωση.

 

Ανοσολογία της σαρκοείδωσης

Αντώνης Παπακωνσταντίνου

 

ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ ΟΡΩΝ & ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ

αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIP)

vasoactive intestinal peptide (VIP)

βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL)

bronchoalveolar lavage (BAL)

εντατική αντιρετροϊκή θεραπεία (HAART)

highly active antiretroviral therapy (HAART)

ιντερφερόνη-γ (IFN-γ)

interferon-γ (IFN-γ)

μεταγραφικός παράγων

transcription factor

παράγων νέκρωσης όγκων (TNF)

tumour necrosis factor (TNF)

ειδική (επίκτητη) ανοσίαΠροσαρμοζόμενο ανοσοποιητικό σύστημα

adaptive immunityune system

συμφυής (φυσική) ανοσία

innate immunity

Τ βοηθητικό κύτταρο (Th)

T helper cell (Th)

T ρυθμιστικό κύτταρο (Treg)

T regulatory cell (Treg)

υποδοχέας δίκην Ttoll (TLR)

Ttoll-like receptor (TLR)

υποδοχέας αναγνώρισης σχηματισμών (PRR)

pattern recognition receptor (PRR)

φυσικό φονικό Τ κύτταρο (ΝΚΤ)

natural killer T cell (NKT)

 

Περίληψη

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος, που χαρακτηρίζεται από σχηματισμό κοκκιωμάτων χωρίς κεντρική τυροειδοποίηση.  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα.  Στα ιδιαίτερα ανοσολογικά χαρακτηριστικά της νόσου περιλαμβάνεται η έντονη πόλωση στην παραγωγή TNF και κυτταροκινών των Th1 κυττάρων που παράγονται από τα Th1 κύτταρακαι TNF στα σημεία της φλεγμονής.  Αντίθετα είναι μειωμένες οι κυτταροκίνες που απελευθερώνονται από τα Th2 κύτταρα.  Ο ρόλος των Treg κυττάρων καθώς και των μηχανισμών της συμφυούς ανοσίας είναιπαραμένει αβέβαιος.  ΟΤέλος μεγαλύτερες προσπάθειες πρέπει να καταβληθούν προκειμένου να διευκρινιστούν οι μηχανισμοί ίνωσης στη σαρκοείδωση παραμένουν εν πολλοίς αδιευκρίνιστοι..

 

Εισαγωγή

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος που χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό κοκκιωμάτων (φυμάτια) χωρίς τη χαρακτηριστική κεντρική νέκρωση της φυματίωσης (τυροειδοποίηση).  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους ενδοθωρακικούς λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα (Chen και Moller 2011)..

Ανοσοπαθολογία

Ο σχηματισμός κοκκιωμάτων αρχίζει από τα φαγοκύτταρα της συμφυούς ανοσολογικής απόκρισης που εκφράζουν υποδοχείς αναγνώρισης μοριακών σχηματισμών (PRR)προτύπου, όπως είναι οι υποδοχείς δίκην Ttoll (TLR)..  Τα φαγοκύτταρα προσπαθούν να ενσωματώσουν το πιθανόυποκινητικό παθογόνο που τα ενεργοποίησε και να προετοιμάσουν τo ειδικό προσαρμοζόμενo ανοσοποιητικό σύστημα παρουσιάζοντας τα ξένα αντιγόνα στην επιφάνεια των MHC μορίων τάξης Ι ή ΙΙ.  Ανάλογα με το παθογόνο αίτιο και διάφορους γενετικούς παράγοντες και επιγενετικούς παράγοντες η επικρατούσα ειδικήπροσαρμοζόμενη ανοσιακήάνοση αντίδραση θα είναιείναι είτε Th1 είτε Th2 είτε Th17, ανάλογα με τον τύπο των Τh κυττάρων που ενεργοποιούνται (Παπακωνσταντίνου 2009α, Chen και Moller 2011)..  Όταν επικρατεί η ενεργοποίηση των Th1 κυττάρων αναφερόμαστε σε Th1 ανοσιακήάνοση απόκριση (εδώ βιβλιογραφία από ιδεα μεδικαλ νιουσλεττερ).  Η επακόλουθη απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτταροκινών από τα κύτταρα της συμφυούς και της ειδικήςπροσαρμοζόμενης ανοσίας οδηγείκατευθύνει στο σχηματισμό κοκκιωμάτων (Παπακωνσταντίνου 2009α)..

Στη σαρκοείδωση τα κοκκιώματα αποτελούνται από επιθηλιοειδή κύτταρα, μονοπύρηνα και CD4+ Τ κύτταρα με λίγα περιφερικά CD8+ Τ κύτταρα.  Το ποσοστό των Τ λεμφοκυττάρων στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL) είναι αυξημένο και τυπικά αποτελεί το 20-60% του συνολικού αριθμού κυττάρων.  Επικρατούν τα CD4+ κύτταρα και ο λόγος CD4+:CD8+ κυττάρων που φυσιολογικά είναι 2:1 σε ασθενείς με σαρκοείδωση υπερβαίνει τοανέρχεται σε > 3:1 (Papiris et al 2007, Chen και Moller 2011)..

Th1 πόλωση

Είναι πλέον τεκμηριωμένο ότι η κοκκιωματώδης φλεγμονή της σαρκοείδωσης συνδέεται με μεγάλη παραγωγή κυτταροκινών που συνοδεύουν την Th1 άνοση απόκριση (Th1 πόλωση).  Η έκκριση IL-12, IL-18 και IL-27 που ενισχύουν την Th1 απόκριση είναι αυξημένη.  Ιδιαίτερα αυξημένη είναι η έκκριση ιντερφερόνης-γ (IFN-γ) που είναι η χαρακτηριστική κυτταροκίνη που εκκρίνεται από τα βοηθητικά Τ κύτταρα τύπου 1.  Η IFN-γ ενεργοποιεί τα μακροφάγα και δρα συνεργικά με άλλες κυτταροκίνες (όπως ο TNF) στη θανάτωση των μικροβίων.  .  Οι ιντερλευκίνες IL-2 και IL-15, που επίσης υπερεκκρίνονται στη σαρκοείδωση ενισχύουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό των Τ κυττάρων και ελαττώνουν το ρυθμό απόπτωσης (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος) τους.  Τα CD8+ T κύτταρα που εκφράζουν την IFN-γ συμβάλλουν στη Th1 πόλωση που παρατηρειταιπαρατηρείται στη σαρκοείδωση (Zissel et al 2007, Chen και Moller 2011). .   Οι ιντερλευκίνες IL-2 και IL-15, που επίσης υπερεκκρίνονται στη σαρκοείδωση ενισχύουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό των Τ κυττάρων και ελαττώνουν το ρυθμό απόπτωσης (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος).  Στα ίδια πλαίσια στους πάσχοντες εμφανίζεται αυξημένη παραγωγή του μεταγραφικού παράγοντα STAT1, που ρυθμίζει τη διαφοροποίηση των Th1 κυττάρων. (Rosenbaum et al 2009Όταν μπεί η βιβλιογραφία να αλλαχθεί η σειρά αυτών των ιντερλευκινών για να μη μοιάζει με το αρχικό κείμενο).

Αντίθετα οι ιντερλευκίνες IL-4 και IL-5 των Th2 κυττάρων υποεκκρίνονται.  Ομοίως υποεκκρίνονται στον τόπο της φλεγμονής οι περισσότερες χημειοκίνες και οι υποδοχείς χημειοκινών που σχετίζονται με την Th2 άνοση απόκριση.  Εξαίρεση, για μια τουλάχιστον για μια υποομάδα ασθενών, αποτελεί η IL-13 που επίσης παράγεται από τα Th2 T λεμφοκύτταρα (Hauber et al 2003, Chen και Moller 2011)..

Ο ρόλος των Th17 στη σαρκοείδωση παραμένει αδιευκρίνιστος.  Έχει αναφερθεί από ορισμένους συγγραφείς ότι, εκτός από την Th1 πόλωση, τα CD4+ κύτταρα του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος παρουσιάζουίαζαν χαρακτηριστικά συμβατά με Th17 πόλωση και θεωρήθηκε πιθανόν τα Th17 Τ κύτταρα να συμμετέχουν στο σχηματισμό κοκκιωμάτων (Facco et al 2011)..  Αντίθετα σε άλλη εργασία βρέθηκε μειωμένη έκφραση του mRNA της IL-17A στα CD4+ βρογχοκυψελιδικά κύτταρα σε πάσχοντες από σαρκοείδωση σε σχέση με φυφυσιολογικούς μάρτυρες (Wikén et al 2010)..  Γενικά όλα τα ως σήμερα γνωστά εργαστηριακά ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η σαρκοείδωση είναι νόσημα που χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) από Th1 πόλωση.

Επί πλέον οι κλινικές παρατηρήσεις ενισχύουν την άποψη ότι η Th1 πόλωση είναι τυπικό και παθογενετικό γνώρισμα της σαρκοείδωσης.  Η θεραπευτική χρήση βιολογικών παραγόντων που ενισχύουν την Th1 απόκριση, όπως οι IFN-α, IFN-γ και IL-2 έχει συσχετισθείσχετίζεται με αυξημένη επίπτωση πρωτοεμφανιζόμενης ή υποτροπιάζουσας σαρκοείδωσης.  Το ίδιο έχει παρατηρηθεί με την αποκατάσταση της ανοσίας μετά από χορήγηση εντατικής αντιρετροϊκής θεραπείας (HAART) (Lenner 2001)..  Τέλος η συσχέτιση της σαρκοείδωσης με την 5q-μυελοδυσπλασία με απώλειαεξάλειψη γονιδίων που κωδικοποιούν Th2 κυτταροκίνες, όπως η IL-4, ενισχύουν τη σημασία της Th1 πόλωσης στην παθογένεια της σαρκοείδωσης (Chen και Moller 2011)..

Ρόλος του TNF

Ο παράγων νέκρωσης όγκων (TNF) έίναι γνωστός μεσολαβητής σχηματισμού κοκκιωμάτων.  Κύτταρα από πνεύμονα ασθενών με σοβαρή ή προϊούσα σαρκοείδωση απελευθερώνουν ex vivo μεγαλύτερες ποσότητες TNF σε σχέση με ασθενείς στους οποίους η νόσοςείναι ανενεργός.  Θεραπεία με αναστολείς του TNF σε πάσχοντες από σαρκοείδωση είχε ως αποτέλεσμα βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και υποχώρηση των εξωπνευμονικών εκδηλώσεων, γεγονός που τεκμηριώνει τη σημασία αυτής της κυτταροκίνης στην παθογένεια της νόσου.  Αντίθετα άλλες προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες, όπως η IL-1, o MIF και η IL-6, αν και υπερεκκρίνονται, δεν έχουν ξεκάθαρα ενοχοποιηθεί στην παθογένεια της σαρκοείδωσης.

Παράλληλα με την υπερέκκριση προφλεγμονωδών κυτταροκινών σε πάσχοντες από σαρκοείδωση παρατηρείται υπερπαραγωγή από τα κύτταρα του πνεύμονα μεταγραφικών παραγόντων της οικογένειας NFκΒ.  Αντίθετα υπάρχει ελαττωμένη παραγωγή του αντιφλεγμονώδους μεταγραφικού παράγοντα PPAR-γ.

Ανοσορρυθμιστικά κύτταρα

Τα Τ ρυθμιστικά κύτταρα (Treg) περιορίζουν την άνοση απόκριση καταστέλλοντας τη λειτουργία τόσο των υπεύθυνων παρουσίασης αντιγόνου κυττάρων όσο και των τελικών δραστικώνEffector T κυττάρων.  Μια ομάδα αυτών των φυσικά υπαρχόντων κυττάρων, που είναι FoxP3 θετικά, καταστέλλουν την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών και αναστέλλουν το σχηματισμό κοκκιωμάτων in vitro. (να βάλω βιβλιογραφια ιδεα μεδικαλ νιουσλεττερ (Παπακωνσταντίνου 2009β).)

Σε ασθενείς με σαρκοείδωση βρέθηκε ότι είναι ελαττωμένος ο αριθμός των FoXP3+ Treg κυττάρων αλλά και η έκφραση του FoXP3 των Τ κυττάρων ειδικά αυτών που απομονώνονται σε υλικό από πνεύμονα (Idali et al 2008)..  Τα ευρήματα αυτά συνηγορούν στην άποψη ότι η σαρκοείδωση συνοδεύεται από ανεπάρκεια της φυσικής ανοσορρυθμιστικής λειτουργίας, αλλά εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο αν αυτή η ανεπάρκεια παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της σαρκοειδικής φλεγμονής.

Σε εργασία των Ho et al (2005) είχε βρεθεί ελαττωμένος αριθμός ανοσορρυθμιστικών NKT κυττάρων στο αίμα, τους λεμφαδένες και τον πνευμονικό ιστό.  Οι συγγραφείς διατύπωσαν τη θεωρία ότι η ανεπάρκεια ΝΚΤ κυττάρων συμβάλλει στην εμφάνιση χρόνιας ενεργού σαρκοείδωσης.

Το αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIP) είναι μια πεπτιδική ορμόνη με γνωστή ανοσορρυθμιστική δράση στις χρόνιες φλεγμονές.  Η χορήγηση εισπνοών VIP σε ασθενείς με σαρκοείδωση οδήγησε σε βαθμιαία αύξηση του αριθμού των CD4+CD127-CD25+ Treg κυττάρων και σε ελάττωση της παραγωγής TNF από τα κύτταρα του πνεύμονα.  Εξ άλλου πειραματικές μελέτες απέδειξαν την ιδιότητα του VIP να μετατρέπει in vitro τα άωρα CD4+CD25- T κύτταρα σε CD4+CD25+FoxP3+ Treg κύτταρα.  Οι μελέτες αυτές οδήγησαν τους Prasse et al (2010) να προτείνουν την εισπνοή VIP ως μέθοδο θεραπείας πνευμονικών νοσημάτων ανοσολογικής αιτιολογίας μεταξύ των οποίων και της σαρκοείδωσης.

Σε μια ομάδα ασθενών με σαρκοείδωση χωρίς σύνδρομο Löfgen βρέθηκε ελαττωμένος αριθμός NK T κυττάρων στο αίμα, τους λεμφαδένες και τον πνευμονικό ιστό.  Το αποτέλεσμα οδήγησε τους συγγραφείς να διατυπώσουν την άποψη ότι η ανεπάρκεια ΝΚ Τ κυττάρων συμβάλλει στην εμφάνιση χρόνιας ενεργού φυματίωσης.

Συμφυής ανοσία

Ο ρόλος της συμφυούς ανοσίας στην παθογένεια της σαρκοείδωσης  έχει ελάχιστα μελετηθεί με εξαίρεση την ούτως καλούμενη κατάσταση πρώτης απόκρισης (first-responder status) της συμφυούς άνοσης απόκρισης στην κάκωση ή τη λοίμωξη και τη λειτουργία της ρύθμισης της ειδικήπροσαρμοζόμενης ανοσίας.  Υπάρχει η άποψη πως τα δενδριτικά κύτταρα παίζουν κεντρικό ρόλο στην παθογένεια της σαρκοείδωσης, αλλά τα υπάρχοντα στοιχεία που στηρίζουν αυτή την ιδέα είναι προς το παρόν περιορισμένα (Chen και Moller 2011).

Οι υποδοχείς δίκην Toll (TLR) έχουν ενοχοποιηθεί στην παθογένεια διαφόρων παθολογικών καταστάσεων (Ζήκου και Σιαμόπουλος 2009).  .  Υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν πως οι υποδοχείς TLR εμπλέκονται στη ρύθμιση της συμφυούς άνοσης απόκρισης σε ασθενείς με σαρκοείδωση.  Σε μια μελέτη βρέθηκε πως ο πολυμορφισμός των TLR2 συνδέεται με αυξημένη έκφραση των προφλεγμονωδών κυτταροκινών TNF, IL-12 και IL-6 στα μονοκύτταρα του αίματος ασθενών με σαρκοείδωση (Veltkamp et al 2007). .  Σε άλλη εργασία οι Chen et al (2010)οι συγγραφείς του άρθρου βρήκαν ότι η διέγερση των TLR2 με αμυλοειδές Α του ορού (SAA) προάγει την παραγωγή TNF.

Αν και αρκετές μελέτες δείχνουν πως η συμφυής άνοση απόκριση έχει κρίσιμη θέση στην ανοσοπαθογένεια της σαρκοείδωσης, οι μηχανισμοί δεν έχουν σαφώς διευκρινιστεί.

Ρόλος του TNF

Ο παράγων νέκρωσης όγκων (TNF) είναι γνωστός μεσολαβητής σχηματισμού κοκκιωμάτων.  Κύτταρα από πνεύμονα ασθενών με σοβαρή ή προϊούσα σαρκοείδωση απελευθερώνουν ex vivo μεγαλύτερες ποσότητες TNF σε σχέση με ασθενείς στους οποίους η νόσος είναι ανενεργός.  Θεραπεία με αναστολείς του TNF σε πάσχοντες από σαρκοείδωση είχε ως αποτέλεσμα βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και υποχώρηση των εξωπνευμονικών εκδηλώσεων, γεγονός που τεκμηριώνει τη σημασία αυτής της κυτταροκίνης στην παθογένεια της νόσου.  Αντίθετα άλλες προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες, όπως η IL-1, o MIF και η IL-6, αν και υπερεκκρίνονται, δεν έχουν ξεκάθαρα ενοχοποιηθεί στην παθογένεια της σαρκοείδωσης (Chen και Moller 2011).

Παράλληλα με την υπερέκκριση προφλεγμονωδών κυτταροκινών σε πάσχοντες από σαρκοείδωση παρατηρείται υπερπαραγωγή από τα κύτταρα του πνεύμονα μεταγραφικών παραγόντων της οικογένειας NFκΒ.  Αντίθετα υπάρχει ελαττωμένη παραγωγή του αντιφλεγμονώδους μεταγραφικού παράγοντα PPAR-γ (Culver et al 2004).

Στην εικόνα 1 (στην αρχή του άρθρου) απεικονίζονται σχηματικά οι σημαντικότερες ανοσιακές διαταραχές που παρατηρούνται στη σαρκοείδωση.

 

Μηχανισμοί της ίνωσης

Το δυσάρεστο κλινικό αποτέλεσμα της κοκκιωματώδους φλεγμονής στη σαρκοείδωση είναι ότι καταλήγει σε ίνωση του πνεύμονα, της καρδιάς και του ήπατος.  Οι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην ινωτική κατάληξη δεν είναι ξεκάθαροι, δεδομένου ότιαν μάλιστα λάβουμε υπόψη πως η IFN-γ που απελευθερώνεται στα σημεία της κοκκιωματώδους φλεγμονής, δρα ανασταλτικά στον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών και την εναπόθεση διάμεσης θεμέλιας ουσίας (Elias et al 1990κολλαγόνου).  Αντίθετα άλλες κυτταροκίνες όπως οι TGF-β, IGF-1 και μεταλλοπρωτεϊνάσες που εκκρίνονται στα σημεία σαρκοειδικής φλεγμονής επάγουν την ινωτική διεργασία και την αναδιαμόρφωση (remodelling) των αεραγωγών (Παπακωνσταντίνου 2009α)..

  Υπάρχουν ενδείξεις πως σε ασθενείς με σαρκοείδωση σε ινωτικό στάδιο ίνωση από σαρκοείδωση τα κυψελιδικά μακροφάγα εκφράζουν ένα εναλλακτικό Μ2 φαινότυπο που χαρακτηρίζεται από αυξημένη έκκριση χημειοκινών, όπως η CCL-18, που προάγει την αναδιαμόρφωση των αεραγωγών ευνοώντας την ίνωση.   (εδώ να βάλω βιβλιογραφία από το ιδεα μεδικαλ).

Με δεδομένηο την έλλειψη Th2 κυττάρων που εκφράζουν την IL-4, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ίσως οι ιντερλευκίνες IL-10 και IL-13 ευνοούπροάγουν τη διαφοροποίηση του φαινοτύπου τωνων μακροφάγων σε προϊνωτικό φαινότυπο, τα οποία έτσι αποκτούν χαρακτήρες που ευνοούν την ίνωση (Chen και Moller 2011)..

Είναι φανερό ότι απαιτείται εντατικοποίηση τηςπρέπει να εντατικοποιηθεί η έρευνας όσον αφορά στους σημαντικούς μηχανισμούς παραγωγής ινώδους ιστούίνωσης στη σαρκοείδωση ώστε να προληφθεί η τελική ίνωση.  Η γνώση αυτή θα συμβάλλει και στη θεραπευτική προσπάθεια αποτροπής του τελικού ινωτικού σταδίου της νόσου.

Summary

Immunology of sarcoidosis.  Anthony Papaconstantinou

Sarcoidosis is a multisystem inflammatory disease characterized by noncaseating granulomas.  The disease most commonly affects the lungs, lymph nodes, eyes and skin.  Immunologic hallmarks of the disease include highly polarized expression of TNF and cytokines produced by Th1 cells and TNF at sites of inflammation.  By contrast cytokines released by Th2 cells are downregulated.  The role of Treg cells as well as innate immune mechanisms iremains uncertain.  The mechanisms of fibrosis in sarcoidosis remain largely unclearFinally, mMore research effort is necessary to define the mechanisms of fibrosis in sarcoidosisa.

Περίληψη

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος, που χαρακτηρίζεται από σχηματισμό κοκκιωμάτων χωρίς κεντρική τυροειδοποίηση.  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα.  Στα ιδιαίτερα ανοσολογικά χαρακτηριστικά της νόσου περιλαμβάνεται η έντονη πόλωση στην παραγωγή κυτταροκινών των Th1 κυττάρων και TNF στα σημεία της φλεγμονής.  Αντίθετα είναι μειωμένες οι κυτταροκίνες που απελευθερώνονται από τα Th2

 

Βιβλιογραφία

Chen ES; Moller DR. Sarcoidosis-- Scientific Progress and Clinical Challenges. Nat Rev Rheumatol 2011, 7(8):1-11 (Full text)

Chen ES, Song Z, Willett MH et al. Serum amyloid A regulates granulomatous inflammation in sarcoidosis through Toll-like receptor-2. Am J Respi. Crit Care Med 2010, 181, 360-373 (Full text)

Culver DA, Barna BP, Raychaudhuri B et al. Peroxisome proliferator-activated receptor gamma activity is deficient in alveolar macrophages in pulmonary sarcoidosis. Am J Respir Cell Mol Biol 2004, 30:1-5 (Full text)

Elias JA, Freundlich B, Kern JA, Rosenbloom J. Cytokine networks in the regulation of inflammation and fibrosis in the lung. Chest 1990, 97, 1439-1445 (Abstract)

Facco M, Cabrelle A, Teramo A et al. Sarcoidosis is a Th1/Th17 multisystem disorder. Thorax 2011, 66:144-150 (Abstract)

Hauber HP, Gholami D, Meyer A, Pforte A. Increased interleukin-13 expression in patients with sarcoidosis. Thorax 2003, 58:519-524 (Abstract)

Ho, L. P, Urban, B. C., Thickett, D. R., Davies, R. J. & McMichael, A. J. Deficiency of a subset of T-cells with immunoregulatory properties in sarcoidosis. Lancet 2005, 365:1062-1072 (Abstract)

Idali F, Wahlstrom J, Muller-Suur C et al. Analysis of regulatory T cell associated forkhead box P3 expression in the lungs of patients with sarcoidosis. Clin. Exp. Immunol 2008, 152:127-137 (Full text)

Lenner R, Bregman Z, Teirstein AS, DePalo L. Recurrent pulmonary sarcoidosis in HIV-infected patients receiving highly active antiretroviral therapy. Chest 2001, 119:978-981 (Full text)

Παπακωνσταντίνου Α. Άσθμα, αλλεργία και φλεγμονή. IDEA Medical Newsletter 2009α, 3:1 (Πλήρες κείμενο)

Παπακωνσταντίνου Α. Ειδική ανοσοθεραπεία στο άσθμα. IDEA Medical Newsletter 2009β:3,2. (Πλήρες κείμενο).

Papiris SA, Kollintza A, Karatza M et al. CD8+ T lymphocytes in bronchoalveolar lavage in idiopathic pulmonary fibrosis. Journal of Inflammation 2007, 4:14 (Full text)

Prasse A, Zissel G, Lützen N et al.. Inhaled vasoactive intestinal peptide exerts immunoregulatory effects in sarcoidosis. Am J Respir Crit Care Med 2010, 182:540-548 (Full text).

Rosenbaum JT, Pasadhika S, Crouser ED et al. Hypothesis: sarcoidosis is a STAT1-mediated disease. Clin. Immunol. 2009, 132:174-183 (Abstract)

Veltkamp M, Wijnen PAHM, Van Moorsel CHM et al. Linkage between Toll-like receptor (TLR) 2 promotor and intron polymorphisms: functional effects and relevance to sarcoidosis. Clin Exp Immunol 2007, 149:453-462 (Full text)

Wikén M, Idali F, Al Hayja MA et al. No evidence of altered alveolar macrophage polarization, but reduced expression of TLR2, in bronchoalveolar lavage cells in sarcoidosis. Respir. Res 2010, 11:121 (Full text)

Ζήκου Ξ, Σιαμόπουλος ΚΧ. Ο ρόλος των TLRs στην παθογένεια της νεφρικής βλάβης. Ελληνική Νεφρολογία 2009, 21(1):25-33 (Πλήρες κείμενο)

Zissel G, Prasse A, Muller-Quernheim J. Sarcoidosis--immunopathogenetic concepts. Semin. Respir. Crit. Care Med. 2007, 28:3-14 (Abstract)

 

Van de Kamer JH, ten Bokkel Huinink H, Weijers HA. Rapid method for the determination of fat in feces. J Biol Chem. 1949, 177:347-355.

Walters MP, Kelleher J, Gilbert J, Littlewood JM. Clinical monitoring of steatorrhea in cystic fibrosis. Arch Dis Child 1990, 65:99-102 (Full text)

 

Επιστροφή στην πρώτη σελίδα του IDEA Medical Newsletter

 
Προειδοποίηση

Το περιεχόμενο του IDEA MEDICAL NEWSLETTER είναι επιστημονικό και απευθύνεται σε γιατρούς και λοιπούς επαγγελματίες υγείας.  Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα που δεν έχουν τα προσόντα νόμιμης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος για οποιαδήποτε θεραπευτική ή διαγνωστική εφαρμογή.