ΑΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ (CASE REPORT) ΝΑΣΚΟΠΗΣΗ (REVIEW)                                                                   Βιβλιογραφική αναφορά (Citation)

IDEA Medical Newsletter 20191:22,1. Available at http://www.idea-lab.gr/newslet2019102201.htm

 

ΕΙΚΟΝΑ 1.  Μικροσκοπική εξέταση καλλιεργήματος όπου διακρίνονται δύο αποικίες Mycoplasma fermentans με τη χαρακτηριστική μορφολογία [μεγέθυνση 147X] (Velleca et al 1980).

 

Μικροβιολογία του καρκίνου του προστάτη

με την ευκαιρία ενός περιστατικούΑνοσολογία της σαρκοείδωσης

Ουρανία Σπυράκου-Παπακωνσταντίνου

Ιατρικά Διαγνωστικά Εργαστήρια (Αθήνα)Αντώνης Παπακωνσταντίνου

 

 

Περίληψη

Σε περιστατικό καρκίνου του προστάτη, που μελετήθηκε πρόσφατα μικροβιολογικά στα Ιατρικά Διαγνωστικά Εργαστήρια, απομονώθηκαν Mycoplasma fermentans, Fusobacterium nucleatum και Finegoldia magna.  Με την ευκαιρία ανασκοπήθηκε η πρόσφατη βιβλιογραφία για το θέμα, από την οποία προκύπτει ότι  ενδεχόμενα τα δύο πρώτα βακτήρια σχετίζονται με την παθογένεια της νόσου και ότι το μικροβίωμα του καρκίνου του προστάτη περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο αναερόβια βακτήρια.

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος, που χαρακτηρίζεται από σχηματισμό κοκκιωμάτων χωρίς κεντρική τυροειδοποίηση.  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα.  Στα ιδιαίτερα ανοσολογικά χαρακτηριστικά της νόσου περιλαμβάνεται η έντονη πόλωση στην παραγωγή κυτταροκινών των Th1 κυττάρων και TNF στα σημεία της φλεγμονής.  Αντίθετα είναι μειωμένες οι κυτταροκίνες που απελευθερώνονται από τα Th2 κύτταρα.  Ο ρόλος των Treg κυττάρων καθώς και των μηχανισμών της συμφυούς ανοσίας παραμένει αβέβαιος.  Τέλος μεγαλύτερες προσπάθειες πρέπει να καταβληθούν προκειμένου να διευκρινιστούν οι μηχανισμοί ίνωσης στη σαρκοείδωση.

 

Εισαγωγή

Οι άνθρωποι συνυπάρχουν με ένα τεράστιο βακτηριακό, μυκητιακό και ιικό μικροβίωμα (βλ. ορολογία παρακάτω) από το οποίο αλληλοεπηρεάζονται για εκατομμύρια χρόνια.  Διάφοροι αναγνωρισμένοι κατά το παρελθόν επιδημιολογικοί συσχετισμοί μεταξύ συγκεκριμένων βακτηρίων και καρκίνου κατανοούνται σήμερα και σε μοριακό επίπεδο.

Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η θεραπεία μιας υποκείμενης λοίμωξης σε κάποιο σημείο ενδέχεται να αποτρέψει την εμφάνιση κάποιου ή κάποιων καρκίνων.

Με την ευκαιρία πρόσφατης μικροβιολογικής εξέτασης ασθενούς στον οποίο διαγνώστηκε καρκίνος του προστάτη ανασκοπείται η μικροβιολογία αυτής της κακοήθους νόσου.

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος που χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό κοκκιωμάτων (φυμάτια) χωρίς τη χαρακτηριστική κεντρική νέκρωση της φυματίωσης (τυροειδοποίηση).  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους ενδοθωρακικούς λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα.

Περιγραφή περιστατικού

Πρόκειται για ασθενή, 65 ετών, ο οποίος από πολλά χρόνια παρουσίαζε δυσουρικά ενοχλήματα που είχαν αποδοθεί σε χρόνια προστατίτιδα και περιστασιακά ελάμβανε θεραπεία με αντιβιοτικά, συνήθως φθοριοκινολόνες.  Ο άρρωστος δεν ανέφερε άλλα προβλήματα υγείας.  Εργαστηριακά κατά το παρελθόν το ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) ήταν ελαφρά αυξημένο μέχρι 6,5 ng/ml (φ.τ.: < 4,0 ng/ml).

Από τον περασμένο Δεκέμβριο παρουσίασε επιδείνωση των συμπτωμάτων και ο εργαστηριακός έλεγχος έδειξε τα εξής αποτελέσματα: ολικό PSA = 8,25 ng/ml, ελεύθερο PSA = 2,58 ng/ml, σχέση ελεύθερο / ολικό PSA = 0,31.  Υποβλήθηκε σε καλλιέργειες ούρων και ουρηθρικού εκκρίματος, όπου αναπτύχθηκε Mycoplasma fermentans 10 5 CFU [εικόνα 1] και χορηγήθηκε αζιθρομυκίνη και σιπροφλοξασίνη.  Η καλλιέργεια για μυκοπλάσματα έγινε με το σύστημα Mycoplasma GU Culture System της Eurolab (Αθήνα) [εικόνα 2].

ΕΙΚΟΝΑ 2.  Το σύστημα καλλιέργειας για μυκοπλάσματα MYCOPLASMA GU Culture System αποτελείται από δύο υγρά (ζωμοί Μ και U) και ένα στερεό καλλιεργητικό υλικό.  Η ανάπτυξη M. fermentans ελέγχεται με μικροσκοπική εξέταση των αποικιών στο άγαρ [εικόνα 1], ενώ το χρώμα και των δύο ζωμών παραμένει αμετάβλητο (Velleca et al 1980).

Παράλληλα συνεχίστηκε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε ιστολογικά ότι ο ασθενής έπασχε από αδενοκαρκίνωμα του προστάτη.

Μετά την οριστική διάγνωση της νόσου έγινε νέα μικροβιολογική εξέταση κατά την οποία δεν αναπτύχθηκε μυκόπλασμα, αλλά στην αναερόβια καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος απομονώθηκαν Finegoldia (Peptostreptococcus) magna και Fusobacterium nucleatum [εικόνα 3].

ΕΙΚΟΝΑ 3.  Μικροσκοπική εξέταση (μεγέθυνση 1000Χ) αποικιών από αναερόβια καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος.  Διακρίνονται: A. Gram θετικοί κόκκοι (Finegoldia magna) και B. λεπτά Gram αρνητικά βακτηρίδια (Fusobacterium nucleatum) (Δικό μας περιστατικό 2019)

 

Συζήτηση

Στην πρώτη μικροβιολογική εξέταση του ασθενή διαπιστώθηκε αποκλειστική ανάπτυξη Mycoplasma fermentans σε πολύ υψηλή συγκέντρωση.

Ο πιθανός ρόλος των μυκοπλασμάτων στην εμφάνιση κακοήθων νεοπλασιών αναφέρθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1960.  Από τότε αρκετές μελέτες ανέφεραν παρουσία μυκοπλασμάτων στο μυελό των οστών ασθενών με λευχαιμία.  Η πλειοψηφία των μυκοπλασμάτων που είχαν απομονωθεί στις διάφορες μελέτες ταυτοποιήθηκαν ως Mycoplasma fermentans (Barile 1967).

Σχετικά πρόσφατα οι Barykova et al (2011) βρήκαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ μόλυνσης από Mycoplasma hominis και εμφάνισης καρκίνου του προστάτη.  Οι μελετητές ανίχνευσαν με PCR την παρουσία αλληλουχιών DNA ειδικών για Μ. hominis στην εξέταση 496 βιοψιών προστάτη, οι οποίες ελήφθησαν από 248 Ρώσους άνδρες που εξετάστηκαν για καρκίνο.  Η ανάλυση έδειξε ότι υφίσταται στατιστικά πολύ σημαντική συσχέτιση της λοίμωξης από μυκόπλασμα με τους υψηλότερους βαθμούς αδενοκαρκινώματος του προστάτη.

Η ανάπτυξη καρκίνου του προστάτη έχει συσχετισθεί και με λοίμωξη από Cutibacterium acnes (πρώην Priopionibacterium acnes) (Ugge et al 2018), βακτήριο που δεν απομονώθηκε στη δική μας περίπτωση.

Επίσης το Fusobacterium nucleatum, που βρέθηκε και στο δικό μας περιστατικό [εικόνα 3], έχει ευρέως συσχετισθεί με καρκίνους  Σήμερα από δεκάδες μελέτες έχει τεκμηριωθεί η αιτιολογική σχέση του Fusobacterium με διάφορους καρκίνους και μάλιστα με πολλαπλό μηχανισμό που ευνοεί τη φλεγμονή, τον πολλαπλασιασμό των κακοήθων κυττάρων και την απώλεια της ανοσιακής επαγρύπνησης (Goodman και Gardner 2018).

H Finegoldia magna, που επίσης απομονώθηκε στην καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος του περιστατικού μας [εικόνα 3] είναι ένας αναερόβιος Gram θετικός κόκκος, που στο παρελθόν είχε ταξινομηθεί ως Peptostreptococus magnus.  Γενικά θεωρείται ως μέλος της φυσιολογικής χλωρίδας του γαστρεντερικού και του ουρογεννητικού, τελευταία όμως όλο και συχνότερα εμπλέκεται σε διάφορες μονο- και πολυ-μικροβιακές λοιμώξεις, ορισμένες από τις οποίες είναι ιδιαίτερα σοβαρές (Rosenthal et al 2012).  Από τις μέχρι σήμερα γνώσεις μας η Finegoldia δεν φαίνεται να σχετίζεται με την παθογένεια του καρκίνου του προστάτη.

Όλα τα βακτήρια που απομονώθηκαν στο περιστατικό μας αναπτύσσονται σε ατμόσφαιρα μειωμένης περιεκτικότητας σε οξυγόνο.  Αυτό φαίνεται ότι είναι ο κανόνας όσον αφορά στο μικροβίωμα του ουρογεννητικού σε περιπτώσεις καρκίνου του προστάτη.  Σε μελέτη των Bhudia et al (2017) 8 από τους 18 ασθενείς που εξετάστηκαν (41%) βρέθηκαν να έχουν είτε αυστηρά αναερόβια βακτήρια (n=5) είτε μικροαερόφιλα (n=4, από τους οποίους ο ένας είχε και αναερόβια).  Κανένας από τους 10 μάρτυρες δεν βρέθηκε να έχει αυστηρά αναερόβια.

 

Ορολογία

Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται ο σχετικά νέος όρος «μικροβίωμα» (microbiome).

Στη βιβλιογραφία υπάρχουν κάποιοι που μεταχειρίζονται το όνομα «μικροβίωμα» στο οποίο περιλαμβάνουν το σύνολο των μικροβίων (βακτηρίων, μυκήτων ή ιών) μιας κοινότητας.  Ως κοινότητα νοείται και το ανθρώπινο σώμα ή μέρος του σώματος π.χ. έντερο.

Όμως η πλειοψηφία των συγγραφέων με τον όρο «μικροβίωμα» αναφέρεται στην πλήρη συλλογή γονιδίων όλων των μικροοργανισμών σε μια κοινότητα.  Το ανθρώπινο μικροβίωμα (microbiome: όλα τα γονίδια των μικροοργανισμών που συνυπάρχουν είτε ως συμβιωτικά είτε ως παθογόνα στο σώμα του ανθρώπου) μπορεί να θεωρηθεί ως ανάλογο του ανθρώπινου γονιδιώματος (genome: όλα τα γονίδια του ανθρώπινου οργανισμού).  Ενδεικτικά τα γονίδια στο μικροβίωμα του ανθρώπου υπερτερούν αριθμητικά των γονιδίων του γονιδιώματος σε αναλογία 100 προς 1.

 

Ανοσοπαθολογία

Ο σχηματισμός κοκκιωμάτων αρχίζει από τα φαγοκύτταρα της συμφυούς ανοσολογικής απόκρισης που εκφράζουν υποδοχείς αναγνώρισης προτύπου, όπως είναι οι υποδοχείς δίκην toll (TLR)..  Τα φαγοκύτταρα προσπαθούν να ενσωματώσουν το υποκινητικό παθογόνο και να προετοιμάσουν τo προσαρμοζόμενo ανοσοποιητικό σύστημα παρουσιάζοντας τα ξένα αντιγόνα στην επιφάνεια των MHC μορίων τάξης Ι ή ΙΙ.  Ανάλογα με το παθογόνο αίτιο και διάφορους γενετικούς παράγοντες και επιγενετικούς παράγοντες η επικρατούσα προσαρμοζόμενη άνοση αντίδραση είναι Th1 είτε Th2 είτε Th17, ανάλογα με τον τύπο των Τ κυττάρων που ενεργοποιούνται.  Όταν επικρατεί η ενεργοποίηση των Th1 κυττάρων αναφερόμαστε σε Th1 άνοση απόκριση (εδώ βιβλιογραφία από ιδεα μεδικαλ νιουσλεττερ).  Η επακόλουθη απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτταροκινών από τα κύτταρα της συμφυούς και της προσαρμοζόμενης ανοσίας κατευθύνει το σχηματισμό κοκκιωμάτων.

Στη σαρκοείδωση τα κοκκιώματα αποτελούνται από επιθηλιοειδή κύτταρα, μονοπύρηνα και CD4+ Τ κύτταρα με λίγα περιφερικά CD8+ Τ κύτταρα.  Το ποσοστό των Τ λεμφοκυττάρων στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL) είναι αυξημένο και τυπικά αποτελεί το 20-60% του συνολικού αριθμού κυττάρων.  Επικρατούν τα CD4+ κύτταρα και ο λόγος CD4+:CD8+ κυττάρων που φυσιολογικά είναι 2:1 σε ασθενείς με σαρκοείδωση ανέρχεται σε > 3:1.

Th1 πόλωση

Είναι πλέον τεκμηριωμένο ότι η κοκκιωματώδης φλεγμονή της σαρκοείδωσης συνδέεται με μεγάλη παραγωγή κυτταροκινών που συνοδεύουν την Th1 άνοση απόκριση (Th1 πόλωση).  Η έκκριση IL-12, IL-18 και IL-27 που ενισχύουν την Th1 απόκριση είναι αυξημένη.  Ιδιαίτερα αυξημένη είναι η έκκριση ιντερφερόνης-γ (IFN-γ) που είναι η χαρακτηριστική κυτταροκίνη που εκκρίνεται από τα βοηθητικά Τ κύτταρα τύπου 1.  Η IFN-γ ενεργοποιεί τα μακροφάγα και δρα συνεργικά με άλλες κυτταροκίνες (όπως ο TNF) στη θανάτωση των μικροβίων.  Οι ιντερλευκίνες IL-2 και IL-15, που επίσης υπερεκκρίνονται στη σαρκοείδωση ενισχύουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό των Τ κυττάρων και ελαττώνουν το ρυθμό απόπτωσης (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος) τους.  Τα CD8+ T κύτταρα που εκφράζουν την IFN-γ συμβάλλουν στη Th1 πόλωση που παρατηρειται στη σαρκοείδωση.  Στα ίδια πλαίσια στους πάσχοντες εμφανίζεται αυξημένη παραγωγή του μεταγραφικού παράγοντα STAT1, που ρυθμίζει τη διαφοροποίηση των Th1 κυττάρων. (Όταν μπεί η βιβλιογραφία να αλλαχθεί η σειρά αυτών των ιντερλευκινών για να μη μοιάζει με το αρχικό κείμενο).

Αντίθετα οι ιντερλευκίνες IL-4 και IL-5 των Th2 κυττάρων υποεκκρίνονται.  Ομοίως υποεκκρίνονται στον τόπο της φλεγμονής οι περισσότερες χημειοκίνες και οι υποδοχείς χημειοκινών που σχετίζονται με την Th2 άνοση απόκριση.  Εξαίρεση, τουλάχιστον για μια υποομάδα ασθενών, αποτελεί η IL-13 που επίσης παράγεται από τα Th2 T λεμφοκύτταρα.

Ο ρόλος των Th17 στη σαρκοείδωση παραμένει αδιευκρίνιστος.  Έχει αναφερθεί από ορισμένους συγγραφείς ότι, εκτός από την Th1 πόλωση, τα CD4+ κύτταρα του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος παρουσίαζαν χαρακτηριστικά συμβατά με Th17 πόλωση και πιθανόν τα Th17 Τ κύτταρα συμμετέχουν στο σχηματισμό κοκκιωμάτων.  Αντίθετα σε άλλη εργασία βρέθηκε μειωμένη έκφραση του mRNA της IL-17A στα CD4+ βρογχοκυψελιδικά κύτταρα σε πάσχοντες από σαρκοείδωση σε σχέση με φυφυσιολογικούς μάρτυρες.  Γενικά όλα τα ως σήμερα γνωστά εργαστηριακά ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η σαρκοείδωση είναι νόσημα που χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο από Th1 πόλωση.

Επί πλέον οι κλινικές παρατηρήσεις ενισχύουν την άποψη ότι η Th1 πόλωση είναι τυπικό και παθογενετικό γνώρισμα της σαρκοείδωσης.  Η θεραπευτική χρήση βιολογικών παραγόντων που ενισχύουν την Th1 απόκριση, όπως οι IFN-α, IFN-γ και IL-2 σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση πρωτοεμφανιζόμενης ή υποτροπιάζουσας σαρκοείδωσης.  Το ίδιο έχει παρατηρηθεί με την αποκατάσταση της ανοσίας μετά από χορήγηση εντατικής αντιρετροϊκής θεραπείας (HAART).  Τέλος η συσχέτιση της σαρκοείδωσης με την 5q-μυελοδυσπλασία με εξάλειψη γονιδίων που κωδικοποιούν Th2 κυτταροκίνες, όπως η IL-4, ενισχύουν τη σημασία της Th1 πόλωσης στην παθογένεια της σαρκοείδωσης.

Ρόλος του TNF

Ο παράγων νέκρωσης όγκων (TNF) έίναι γνωστός μεσολαβητής σχηματισμού κοκκιωμάτων.  Κύτταρα από πνεύμονα ασθενών με σοβαρή ή προϊούσα σαρκοείδωση απελευθερώνουν ex vivo μεγαλύτερες ποσότητες TNF σε σχέση με ασθενείς στους οποίους η νόσοςείναι ανενεργός.  Θεραπεία με αναστολείς του TNF σε πάσχοντες από σαρκοείδωση είχε ως αποτέλεσμα βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και υποχώρηση των εξωπνευμονικών εκδηλώσεων, γεγονός που τεκμηριώνει τη σημασία αυτής της κυτταροκίνης στην παθογένεια της νόσου.  Αντίθετα άλλες προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες, όπως η IL-1, o MIF και η IL-6, αν και υπερεκκρίνονται, δεν έχουν ξεκάθαρα ενοχοποιηθεί στην παθογένεια της σαρκοείδωσης.

Παράλληλα με την υπερέκκριση προφλεγμονωδών κυτταροκινών σε πάσχοντες από σαρκοείδωση παρατηρείται υπερπαραγωγή από τα κύτταρα του πνεύμονα μεταγραφικών παραγόντων της οικογένειας NFκΒ.  Αντίθετα υπάρχει ελαττωμένη παραγωγή του αντιφλεγμονώδους μεταγραφικού παράγοντα PPAR-γ.

Ανοσορρυθμιστικά κύτταρα

Τα Τ ρυθμιστικά κύτταρα (Treg) περιορίζουν την άνοση απόκριση καταστέλλοντας τη λειτουργία τόσο των υπεύθυνων παρουσίασης αντιγόνου κυττάρων όσο και των τελικών Effector T κυττάρων.  Μια ομάδα αυτών των φυσικά υπαρχόντων κυττάρων είναι FoxP3 θετικά καταστέλλουν την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών και αναστέλλουν το σχηματισμό κοκκιωμάτων in vitro. (να βάλω βιβλιογραφια ιδεα μεδικαλ νιουσλεττερ)

Σε ασθενείς με σαρκοείδωση βρέθηκε ότι είναι ελαττωμένος ο αριθμός των FoXP3+ Treg κυττάρων αλλά και η έκφραση του FoXP3 των Τ κυττάρων ειδικά αυτών που απομονώνονται σε υλικό από πνεύμονα.  Τα ευρήματα αυτά συνηγορούν στην άποψη ότι η σαρκοείδωση συνοδεύεται από ανεπάρκεια της φυσικής ανοσορρυθμιστικής λειτουργίας, αλλά εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο αν αυτή η ανεπάρκεια παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της σαρκοειδικής φλεγμονής.

Το αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIP) είναι μια πεπτιδική ορμόνη με γνωστή ανοσορρυθμιστική δράση στις χρόνιες φλεγμονές.  Η χορήγηση εισπνοών VIP σε ασθενείς με σαρκοείδωση οδήγησε σε βαθμιαία αύξηση του αριθμού των CD4+CD127-CD25+ Treg κυττάρων και σε ελάττωση της παραγωγής TNF από τα κύτταρα του πνεύμονα.  Εξ άλλου πειραματικές μελέτες απέδειξαν την ιδιότητα του VIP να μετατρέπει in vitro τα άωρα CD4+CD25- T κύτταρα σε CD4+CD25+FoxP3+ Treg κύτταρα.  Οι μελέτες αυτές οδήγησαν τους Prasse et al να προτείνουν την εισπνοή VIP ως μέθοδο θεραπείας πνευμονικών νοσημάτων ανοσολογικής αιτιολογίας μεταξύ των οποίων και της σαρκοείδωσης.

Σε μια ομάδα ασθενών με σαρκοείδωση χωρίς σύνδρομο Löfgen βρέθηκε ελαττωμένος αριθμός NK T κυττάρων στο αίμα, τους λεμφαδένες και τον πνευμονικό ιστό.  Το αποτέλεσμα οδήγησε τους συγγραφείς να διατυπώσουν την άποψη ότι η ανεπάρκεια ΝΚ Τ κυττάρων συμβάλλει στην εμφάνιση χρόνιας ενεργού φυματίωσης.

Συμφυής ανοσία

Ο ρόλος της συμφυούς ανοσίας στην παθογένεια της σαρκοείδωσης  έχει ελάχιστα μελετηθεί με εξαίρεση την ούτως καλούμενη κατάσταση πρώτης απόκρισης (first-responder status) της συμφυούς άνοσης απόκρισης στην κάκωση ή τη λοίμωξη και τη λειτουργία της ρύθμισης της προσαρμοζόμενης ανοσίας.  Υπάρχει η άποψη πως τα δενδριτικά κύτταρα παίζουν κεντρικό ρόλο στην παθογένεια της σαρκοείδωσης αλλά τα υπάρχοντα στοιχεία που στηρίζουν αυτή την ιδέα είναι περιορισμένα.  Υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν πως οι υποδοχείς TLR εμπλέκονται στη ρύθμιση της συμφυούς άνοσης απόκρισης σε ασθενείς με σαρκοείδωση.  Σε μια μελέτη βρέθηκε πως ο πολυμορφισμός των TLR2 συνδέεται με αυξημένη έκφραση των προφλεγμονωδών κυτταροκινών TNF, IL-12 και IL-6 στα μονοκύτταρα του αίματος ασθενών με σαρκοείδωση.  Σε άλλη εργασία οι συγγραφείς του άρθρου βρήκαν ότι η διέγερση των TLR2 με αμυλοειδές Α του ορού (SAA) προάγει την παραγωγή TNF.

Αν και αρκετές μελέτες δείχνουν πως η συμφυής άνοση απόκριση έχει κρίσιμη θέση στην ανοσοπαθογένεια της σαρκοείδωσης, οι μηχανισμοί δεν έχουν σαφώς διευκρινιστεί.

Μηχανισμοί της ίνωσης

Το δυσάρεστο κλινικό αποτέλεσμα της κοκκιωματώδους φλεγμονής στη σαρκοείδωση είναι ότι καταλήγει σε ίνωση του πνεύμονα, της καρδιάς και του ήπατος.  Οι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην ινωτική κατάληξη δεν είναι, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη πως η IFN-γ που απελευθερώνεται στα σημεία της κοκκιωματώδους φλεγμονής, δρα ανασταλτικά στον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών και την εναπόθεση διάμεσης θεμέλιας ουσίας (κολλαγόνου).  Αντίθετα άλλες κυτταροκίνες όπως οι TGF-β, IGF-1 και μεταλλοπρωτεϊνάσες που εκκρίνονται στα σημεία σαρκοειδικής φλεγμονής επάγουν την ινωτική διεργασία.  Υπάρχουν ενδείξεις πως σε ασθενείς με ίνωση από σαρκοείδωση τα κυψελιδικά μακροφάγα εκφράζουν ένα εναλλακτικό Μ2 φαινότυπο που χαρακτηρίζεται από αυξημένη έκκριση χημειοκινών, όπως η CCL-18, που προάγει την αναδιαμόρφωση των αεραγωγών ευνοώντας την ίνωση (εδώ να βάλω βιβλιογραφία από το ιδεα μεδικαλ).

Με δεδομένο την έλλειψη Th2 κυττάρων που εκφράζουν την IL-4, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ίσως οι ιντερλευκίνες IL-10 και IL-13 προάγουν τη διαφοροποίηση των μακροφάγων σε προϊνωτικό φαινότυπο.

Είναι φανερό ότι πρέπει να εντατικοποιηθεί η έρευνα όσον αφορά στους σημαντικούς μηχανισμούς ίνωσης στη σαρκοείδωση ώστε να προληφθεί η τελική ίνωση.

Summary

ImMicrobiology of prostate cancer.  A case reportmunology of sarcoidosis.  Urania Spyrakou -Anthony Papakconstantinou

Sarcoidosis iIn a case of prostate cancer, recently studied microbiologically in Medical Diagnostic Laboratories, Mycoplasma fermentans, Fusobacterium nucleatum and Finegoldia magna were identified.  The recent literature on the subject, which has been reviewed, shows that possibly the first two bacteria are associated with the pathogenesis of the disease and that the prostate cancer microbiome includes predominantly anaerobes.

 

s a multisystem inflammatory disease characterized by noncaseating granulomas.  The disease most commonly affects the lungs, lymph nodes, eyes and skin.  Immunologic hallmarks of the disease include highly polarized expression of cytokines produced by Th1 cells and TNF at sites of inflammation.  By contrast cytokines released by Th2 cells are downregulated.  The role of Treg cells as well as innate immune mechanisms remains uncertain.  Finally, mMore research effort is necessary to define the mechanisms of fibrosis in sarcoidosisa.

Περίληψη

Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος, που χαρακτηρίζεται από σχηματισμό κοκκιωμάτων χωρίς κεντρική τυροειδοποίηση.  Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τους οφθαλμούς και το δέρμα.  Στα ιδιαίτερα ανοσολογικά χαρακτηριστικά της νόσου περιλαμβάνεται η έντονη πόλωση στην παραγωγή κυτταροκινών των Th1 κυττάρων και TNF στα σημεία της φλεγμονής.  Αντίθετα είναι μειωμένες οι κυτταροκίνες που απελευθερώνονται από τα Th2

 

Βιβλιογραφία

Bhudia R, Ahmad A, Akpenyi O et al  Identification of low oxygen-tolerating bacteria in prostate secretions of cancer patients and discussion of possible aetiological significance. Sci Rep 2017; 7: 15164. doi: 10.1038/s41598-017-13782-6 (Full text)

Barykova YA, Logunov DU, Shmarov MM et al.  Association of Mycoplasma hominis infection with prostate cancer. Oncotarget. 2011;2:289–297 (Full text)

Barile MF. Mycoplasma and leukemia. Ann N Y Acad Sci. 1967;143:557–572.

Goodman B, Gardner H.  The microbiome and cancer. J Pathol, 2018, 244: 667-676 https://doi.org/10.1002/path.5047 (Full text)

Kiessling AA, Desmarais BM, Yin HZ et al. Detection and identification of bacterial DNA in semen. Fertility and Sterility, 2018, 90:1744 1756 (Full text)

Rottem S. Interaction of mycoplasmas with host cells. Physiol Rev 2003;83:417-32 (Full text)

Rosenthal ME, Rojtman AD, Frank E. Finegoldia magna (formerly Peptostreptococcus magnus): An overlooked etiology for toxic shock syndrome? Medical Hypotheses, 2012 79: 138–140 (Full text)

Ugge H, Carlsson J, Söderquist B et al. The influence of prostatic Cutibacterium acnes infection on serum levels of IL6 and CXCL8 in prostate cancer patients. Infect Agent Cancer 2018, 13:34. doi:10.1186/s13027-018-0204-7 (Full text)

Velleca WM, Bird BR, Forrester FT.  Laboratory diagnosis of mycoplasma infections.  U.S. Department of Health and Human Services, CDC Course 8226-C, 1980, p. 1-137, Atlanta.

 

Van de Kamer JH, ten Bokkel Huinink H, Weijers HA. Rapid method for the determination of fat in feces. J Biol Chem. 1949, 177:347-355.

Walters MP, Kelleher J, Gilbert J, Littlewood JM. Clinical monitoring of steatorrhea in cystic fibrosis. Arch Dis Child 1990, 65:99-102 (Full text)

 

Επιστροφή στην πρώτη σελίδα του IDEA Medical Newsletter

 

 

Προειδοποίηση

Το περιεχόμενο του IDEA MEDICAL NEWSLETTER είναι επιστημονικό και απευθύνεται σε γιατρούς και λοιπούς επαγγελματίες υγείας.  Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα που δεν έχουν τα προσόντα νόμιμης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος για οποιαδήποτε θεραπευτική ή διαγνωστική εφαρμογή.